Σε στενωπό τα δημοσιονομικά παρά την αναθεώρηση του ΑΕΠ

Μεγάλος ασθενής και αιτία διαρκούς διολίσθησης αποδεικνύονται τα δημόσια οικονομικά, παρά την αναθεώρηση κατά 25% του ΑΕΠ, που «ωραιοποιεί» τα στοιχεία όπως ισχυρίζεται η μείζων αντιπολίτευση. Η πολυετής κακοποίηση που υπέστησαν οδήγησε τη χώρα στην ανάγκη να καταβάλει για τόκους και χρεολύσια του δημοσίου χρέους το 2007 ένα ποσό που θα ξεπερνά ίσως τα 25 δισ. ευρώ. Όσα ακριβώς δηλαδή εκτιμά ότι θα εισπράξει ο κρατικός προϋπολογισμός από έμμεσους φόρους το 2006.
Η εικόνα της οικονομίας μετά την αναθεώρηση περιγράφεται σε μια σειρά από στοιχεία του υπουργείου Οικονομίας που παρουσιάζει σήμερα η «Κ». Προκύπτει με αδρά χαρακτηριστικά η απόσταση μεταξύ μιας ανθηρής ιδιωτικής οικονομίας από την μία και των ενδεών δημοσίων οικονομικών από την άλλη.
Έλλειμμα
Ο καθρέφτης στα δημόσια οικονομικά είναι το έλλειμμα του προϋπολογισμού, που ήταν σταθερά πάνω από το 3% στο διάστημα 2000- 2005, τόσο με το παλαιό όσο και με το αναθεωρημένο ΑΕΠ. Η απογραφή έδειξε ότι το 2004 το έλλειμμα ήταν στο 7,4%, αντί του 1,7% που είχε περιλάβει ο αρχικός προϋπολογισμός που κατέθεσε για το έτος εκείνο στη Βουλή ο υπουργός Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, Ν. Χριστοδουλάκης.
Μετά και την αναθεώρηση του ΑΕΠ το έλλειμμα του 2004 «πέφτει» στο 5,9% που συνεχίζει να βρίσκεται σε τεράστια απόσταση από το 1,7%, που κατέγραφαν οι μάγοι της ισχυρής οικονομίας.
Αντίστοιχες αναθεωρήσεις όπως είπε και ο (αποπεμφθείς το περασμένο θέρος εκ του ΠΑΣΟΚ) πρώην υπουργός Οικονομίας κ. Γ. Παπαντωνίου είχαν γίνει το 1995 και το 2000. Με τις αναθεωρήσεις ανιχνεύεται με περισσότερη ενάργεια το εισόδημα της χώρας, αλλά δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι γινόμαστε αυτόματα και πλουσιότεροι, όπως ακούστηκε τις προηγούμενες ημέρες.
Απογραφή πληθυσμού
Από τα καθοριστικά στοιχεία της αναθεώρησης είναι η τελευταία απογραφή πληθυσμού από τη Στατιστική Υπηρεσία του 2001 που έδειξε πληθυσμό 10,964 εκατ. άτομα, από 10,26 εκατ. το 1991.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας με βάση την αναθεώρηση αυξάνεται στο διάστημα 2000 - 2005 κατά 26% και διαμορφώνεται για παράδειγμα το έτος 2005 στα 20.585 ευρώ, έναντι 14.354 ευρώ που ήταν στην αρχή του μετρούμενου διαστήματος, δηλαδή το 2001.
Η ιδιωτική εθνική κατανάλωση (ο βασικός τροφοδότης της ανάπτυξης) εμφανίζει στο επισκοπούμενο διάστημα μια μέση αύξηση γύρω στο 29%, ενώ να υποχωρεί δείχνει η δημόσια κατανάλωση, μετά το 2004. Οι εξαγωγές αγαθών κινούνται μεταξύ αυξήσεων 8,7% και 11,6%, καταγράφοντας την καλύτερη επίδοσή τους το 2005.
Στις εισαγωγές εμφανίζεται έξαρση πριν από την Ολυμπιάδα (19,3% το 2003), για να ακολουθήσει πτώση στα επίπεδα του 15% το 2005.
Εργατικό δυναμικό
Η αξία της απογραφής πληθυσμού του 2001 απεικονίζεται καλύτερα στον υπολογισμό του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας. Στα έτη 2004 και 2005 η διαφορά είναι περίπου μισό εκατομμύριο νέοι εργαζόμενοι. Το προηγούμενο ΑΕΠ στηριζόμενο στην απογραφή του 1991, για παράδειγμα το 2004 εμφάνιζε συνολικό εργατικό δυναμικό 4.59 εκατ. εργαζομένων. Με την απογραφή του 2001 το εργατικό δυναμικό του ιδίου έτους αυξήθηκε στα 5,059 εκατ. άτομα. Αντίστοιχου ύψους μεταβολή υπήρχε και στη μέτρηση του εργατικού δυναμικού το 2005.
Το μέγεθος που «οπτικά» μόνο ωραιοποιείται με την αναθεώρηση του ΑΕΠ είναι το δημόσιο χρέος. Ξαφνικά κινείται κάτω του 100% και δικαιώνει προσδοκίες πολλών υπουργών οικονομίας. Με το νέο ΑΕΠ το χρέος το 2000 από το 111,6% πέφτει στο 88,7% για να φθάσει το 2005 στο 85,3% αντί του αρχικού 107,5%.
Η μείωση του χρέους αν και αρχικά δημιουργεί ευφορία, δεν σημαίνει ότι για παράδειγμα το 2007 οι τόκοι που θα κινούνται πάλι πέριξ των 9 - 10 δισ. ευρώ θα είναι εύκολη υπόθεση για να πληρωθούν.
Ο υπουργός Οικονομίας την Πέμπτη όταν υπό την πίεση των γεγονότων, παρέθεσε συνέντευξη Τύπου για την αναθεώρηση σημείωσε σχετικά με το δημόσιο χρέος και τα παρελκόμενα αυτού τα εξής ενδιαφέροντα: «Μπορεί να φαίνονται μικρότερα ορισμένα στοιχεία ως ποσοστό του ΑΕΠ, όπως το δημόσιο χρέος κυρίως, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι με την αναθεώρηση του ΑΕΠ αποκτούμε και περισσότερα φορολογικά έσοδα για να μπορέσουμε να εξυπηρετήσουμε το δημόσιο χρέος.
Το δημοσιονομικό παραμένει ένα οξύ πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Είναι σημαντικό ότι με την ήπια προσαρμογή, την οποία ακολουθήσαμε τα τελευταία 2,5 χρόνια, μειώσαμε το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ κάτω απ` το 3%, πριν από την αναθεώρηση επαναλαμβάνω. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι φτάσαμε και στο τέλος της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Το τέλος της δημοσιονομικής εξυγίανσης θα έχει επιτευχθεί, όταν φτάσουμε σε ισοσκελισμένους ή ελαφρά πλεονασματικούς προϋπολογισμούς."
Ας ενθυμούμεθα πάντως ότι η παρούσα αναθεώρηση (με την ευφορία που αναδύει) έχει τις ρίζες της στην πραγματική και μετρούμενη πρόοδο της ιδιωτικής οικονομίας. Η τελευταία παράγει και ανθίσταται εντός ενός κράτους που στόχο έχει να δημιουργεί προσκόμματα εμπόδια και τεράστια γραφειοκρατία.
Πηγή: Καθημερινή
Πηγή: skai.gr