Η ανάπτυξη στην Ελλάδα είναι κατώτερη των προσδοκιών για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο σημειώνει τα αδύναμα σημεία της ελληνικής οικονομίας. Το Ταμείο επανέρχεται στις βασικές θέσεις του για την ελληνική οικονομία: το χρέος θα είναι μη βιώσιμο από το 2032 και μετά, η φορολογική βάση θα πρέπει να διευρυνθεί και το κράτος πληρώνει πολλά για συντάξεις και μισθούς στον Δημόσιο τομέα. 
  
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η ανάπτυξη θα βρίσκεται στο 1,8% για το 2019, ενώ θα ανέβει στο 2,3% το 2020 αλλά στη συνέχεια θα αρχίσει να μειώνεται και πάλι. Η εκτίμηση είναι ότι θα βρίσκεται στο 2% για το 2021 και στο 1,4% το 2022. 

«Η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας συνεχίζεται αλλά απέχει πολύ από τις προσδοκίες. Η νέα κυβέρνηση που εκλέχθηκε τον Ιούλιο δεσμεύθηκε να ακολουθήσει αναπτυξιακές πολιτικές ενώ παράλληλα θα τηρεί τις δεσμεύσεις της για δημοσιονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές έναντι των κρατών μελών της ευρωζώνης. Αλλά η ικανότητα της να ξεπεράσει τα κεκτημένα συμφέροντα δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί», αναφέρει μεταξύ άλλων το ΔΝΤ. 

Υποστηρίζει ότι το δημόσιο χρέος αναμένεται να έχει μία ροπή για μείωση την επόμενη δεκαετία αλλά η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δεν διασφαλίζεται με τις ρεαλιστικές μακροοικονομικών παραδοχών. Για το Ταμείο οι αδύναμοι ισολογισμοί των τραπεζών αποτελούν κίνδυνο για την προοπτική ανάπτυξης και μαζί με άλλους παράγοντες απειλούν την δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. «Αυτοί και άλλοι παράγοντες αφήνουν την Ελλάδα εκτεθειμένη σε μία σειρά εξωτερικών και εγχώριων κρίσεων», σημειώνει το ΔΝΤ. 

Ειδικότερα, το Ταμείο εκτιμά πως το χρέος θα κυμανθεί από το 185% του ΑΕΠ (2018) στο 145% του ΑΕΠ (2028). «Το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας ανήκει επί του παρόντος στον δημόσιο τομέα (80% του συνολικού δημόσιου χρέους) και αυτό το χρέος διαθέτει ευνοϊκή διάρθρωση και επιτόκιο. Καθώς το δημόσιο χρέος ωριμάζει, το ποσοστό του συνολικού δημόσιου χρέους που κατέχει ο ιδιωτικός τομέας αναμένεται να αυξηθεί από 20% το 2018 σε περίπου 30% μέχρι το 2028», σημειώνεται στην έκθεση.

Διαβάστε αναλυτικά την έκθεση του ΔΝΤ στα αγγλικά

Επιμένει για τις συντάξεις

Οι διευθυντές του ΔΝΤ υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα ακόμη πληρώνει πολλά για συντάξεις και μισθούς στον Δημόσιο τομέα και δεν έχει κονδύλια για επενδύσεις.

Το ΔΝΤ αναφέρει ότι θα πρέπει να υπάρχει ένα ισορροπημένο μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής, το οποίο θα ενισχύει την ανάπτυξη και θα διατηρεί συγχρόνως ένα κοινωνικό πρόσημο. Όπως σημειώνεται, «τα σχέδια για τη μείωση των άμεσων φορολογικών συντελεστών και την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης είναι ευπρόσδεκτα, αλλά μπορούν να επιτευχθούν περισσότερα με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης».

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, «για το έτος 2020 και από εκεί και εμπρός, το προσωπικό συνιστά στην κυβέρνηση και τους Ευρωπαίους εταίρους να συμφωνήσουν γύρω από μια ουσιαστικά χαμηλότερη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, δεδομένου ότι υπάρχει μεγάλη οικονομική χαλάρωση και κρίσιμες κοινωνικές δαπάνες (π.χ. στον τομέα της υγείας) και επενδυτικές ανάγκες».

Αναφορικά με τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας, το Ταμείο καλωσορίζει τις πρόσφατες προτάσεις της κυβέρνησης, τονίζοντας, όμως, ότι πρέπει να γίνουν και άλλα βήματα για τη στήριξη της υψηλότερης απασχόλησης, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, δίνεται έμφαση στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και στη υιοθέτηση πολιτικών που θα δυναμώσουν την απασχόληση.

Εξυγίανση Τραπεζών

Χαρακτηρίζοντας «ύψιστη προτεραιότητα» την εξυγίανση του τραπεζικού τομέα, το ΔΝΤ σημειώνει ότι «οι αδύναμες τράπεζες εμποδίζουν τις προοπτικές ανάπτυξης και δημιουργούν σημαντικούς κινδύνους για τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι στόχοι της κυβέρνησης για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι προς τη σωστή κατεύθυνση και το πρόγραμμα "Ηρακλής" θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική υποστήριξη. Ωστόσο, χρειάζεται μια πιο ολοκληρωμένη, φιλόδοξη και καλά συντονισμένη στρατηγική για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας των τραπεζών».