Ως το τελευταίο εμπόδιο που ξεπέρασε η Ελλάδα για να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση που ζητούσε περιγράφει ο βρετανικός Τύπος την έγκριση του δανείου του ΔΝΤ προς τη χώρα. Τονίζεται ότι τα χρήματα συνοδεύονται από την προειδοποίηση πως δε υπάρχει περιθώριο παρεκκλίσεων από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Αθήνα.

Οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς σχολιάζουν ότι η απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη ήταν, κάτι που φάνηκε από την αποχή του Πάουλο Νογκέιρα Μπατίστα, εκπροσώπου της Βραζιλίας και άλλων οκτώ κυβερνήσεων της νότιας και κεντρικής Αμερικής. Η αποχή είναι ο παραδοσιακός τρόπος διατύπωσης διαφωνίας στο Δ.Σ. του Ταμείου, σχολιάζει η εφημερίδα.

Σε δηλώσεις του προς τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ο κ. Μπατίστα επιβεβαίωσε την αποχή του από την ψηφοφορία λέγοντας ότι παραμένει «βαθιά ανήσυχος» σχετικά με το ελληνικό πρόγραμμα. Προσθέτοντας προσωπικές απόψεις, όπως επισήμανε, δήλωσε πως εδώ και δύο χρόνια η Ευρώπη έχει υιοθετήσει μία υπερβολικά αισιόδοξη άποψη για την πιθανή ανάπτυξη της Ελλάδας την ώρα που η οικονομία συνεχίζει να συστέλλεται.

Αναφερόμενος στη συμφωνία ανταλλαγής ομολόγων με τους ιδιώτες πιστωτές και απομείωσης του ελληνικού χρέους, ο κ. Μπατίστα είπε ότι πετυχαίνει «πολύ λίγα πολύ αργά» και ότι οι επίσημοι πιστωτές έχουν επωμιστεί πολύ μεγάλο βάρος του ελληνικού χρέους.

Εξέφρασε επίσης αμφιβολίες για το κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να ξεφύγει από το φαύλο κύκλο της συρρίκνωσης της οικονομίας και του υψηλού χρέους παραμένοντας στο ευρώ. «Η Ελλάδα αντιμετωπίζει νομισματική κρίση και δεν έχω δει ποτέ νομισματική κρίση να επιλύεται μόνο με δημοσιονομική προσαρμογή και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», σχολίασε ο κ. Μπατίστα. Πρόσθεσε ότι η Ελλάδα κέρδισε περιθώρια ανάσας, αλλά εκτίμησε ότι η μεσοπρόθεσμη προοπτική της χώρας δεν έχει αλλάξει ριζικά προς το καλύτερο.

Ως προς το χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής του ΔΝΤ στο νέο πακέτο διάσωσης της Ελλάδας, η βρετανική εφημερίδα σημειώνει ότι οφείλεται στις ενστάσεις των αναπτυσσόμενων κρατών που φοβούνται ότι το Ταμείο εκτίθεται υπερβολικά στην κρίση χρέους της ευρωζώνης.

Πηγή: Θανάσης Γκαβός, Λονδίνο