H UNESCO αποφάσισε να αφήσει εκτός της λίστας κινδύνου τον μεγάλο κοραλλιογενή ύφαλο, παρά την πρόσφατη, ραγδαία εξάπλωση της καταστροφικής λεύκανσης στα κοράλλια του.

Σύμφωνα όμως με έρευνες του αρμόδιου κέντρου προστασίας του οικοσυστήματος ARC, του αυστραλιανού πανεπιστημίου James Cook, τα δύο τρίτα του Υφάλου ( συνολικού μήκους 2.300 χιλιομέτρων) υπόκεινται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά σε ραγδαία λεύκανση που διαλύει την τοπική βιοποικιλότητα.

Όπως σχολιάζει το πρακτορείο Reuters, η επίμαχη απόφαση της της αρμόδιας επιτροπής της UNESCO δίνει την ευκαιρία στη συντηρητική κυβέρνηση της Αυστραλίας «να αποφύγει την «ντροπή» και το πολιτικό κόστος για τη δυνητική ζημιά που θα έχει αυτή περιβαλλοντική καταστροφή στον τουρισμό της χώρας».

Τα κοράλλια αποκτούν λευκό χρώμα όταν εκτίθενται σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες για περισσότερους από δύο μήνες. Η κατάσταση γίνεται ακόμα χειρότερη το καλοκαίρι, όπου χωρίς ιδιαίτερα σύννεφα στον ουρανό, η υπεριώδης ακτινοβολία πλήττει ακόμη περισσότερο στα κοράλλια, οδηγώντας στον μαρασμό τους. 

Ο αργός «πνιγμός» του υποβρύχιου οικοσυστήματος επηρεάζει άμεσα και σε τεράστιο βαθμό την ποιότητα της ανθρώπινης ζωής στην περιοχή, αφού αποτελεί σημαντικό διατροφικό «θεμέλιο» για τα ψάρια των περιοχών και κατ’ επέκταση των εκατομμυρίων ανθρώπων που το επάγγελμά τους και η διατροφή τους εξαρτώνται από αυτά.

Υπολογίζεται πως περίπου 500 εκατομμύρια άνθρωποι που εργάζονται στα τουριστικά επαγγέλματα θα επηρεαστούν από την κατάσταση των κοραλλιογενών υφάλων.

«Πρόθυμη να αποφύγει τις συνέπειες για την αποτυχία της στην αντιμετώπιση του ζητήματος, η κυβέρνηση του Μάλκομ Τέρνμπουλ φρόντισε να προσεγγίσει με λόμπινγκ και τα 21 μέλη της UNESCO», παρατηρούν οι αναλυτές του Reuters Κόλιν Πάκαμ και Μπέντζαμιν Κούπερ.

Τουλάχιστον το 93% του Μεγάλου Κοραλλιογενούς Υφάλου που αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, έχει προσβληθεί, σε διαφορετικό βαθμό, από λεύκανση των κοραλλιών, λόγω των ασυνήθιστα υψηλών θερμοκρασιών των ωκεανών.

«Λαμβάνουμε κάθε δυνατή ενέργεια για να διασφαλίσουμε ότι αυτό το μεγάλο θαύμα του κόσμου θα παραμείνει βιώσιμο και υγιές και για τις μελλοντικές γενιές», διαβεβαιώνει από την πλευρά του ο υπουργός ενέργειας, Τζον Φράιντενμπεργκ.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, τα κοράλλια έχουν έντονα χρώματα χάρη στα δισεκατομμύρια, ζωηρόχρωμα άλγη zooxanthellae που διαβιούν στους ιστούς τους. Πρόκειται για μία συμβιωτική σχέση ανάμεσα στα κοράλλια και τους μικροσκοπικούς αυτούς φυτικούς οργανισμούς, αφού τα κοράλλια προσφέρουν στα άλγη καταφύγιο και καλύτερη θέση για υποβρύχια φωτοσύνθεση και, σε «αντάλλαγμα», τα άλγη απορροφούν τα απόβλητα των κοραλλιών, παρέχοντας στα κοράλλια οξυγόνο και θρεπτικές ουσίες όπως γλυκόζη και αμινοξέα (τα παραπροϊόντα της φωτοσύνθεσης).

Χάρη σε αυτές τις πρώτες ύλες, τα κοράλλια μεγαλώνουν αργά αλλά σταθερά, μέχρι και 2,7 εκατοστά τον χρόνο, ανάλογα με το είδος τους. Όταν όμως τα άλγη αισθάνονται πως τα νερά είναι ιδιαιτέρως θερμά, εγκαταλείπουν τα κοράλλια, αφήνοντάς τα εκτεθειμένα, χωρίς τις «χρήσιμες υπηρεσίες τους».

«Ο χρόνος τελειώνει» για τον Ύφαλο, έγραψε στο Twitter ο διευθυντής του Κέντρου, Τέρι Χιουζ, υπογραμμίζοντας πως αυτή είναι ίσως η πιο εκτεταμένη καταστροφή που έχει υποστεί ο Ύφαλος, από τις συνολικά τέσσερις των τελευταίων 19 ετών.

Η λεύκανση δεν σημαίνει απαραίτητα και τον αυτόματο θάνατο των κοραλλιών. Αν πέσει η θερμοκρασία των θαλάσσιων υδάτων, τα κοράλλια αντέχουν λίγο παραπάνω και στο μεσοδιάστημα τα άλγη συχνά επιστρέφουν. Αλλά οι αλλεπάλληλες λευκάνσεις μειώνουν την πιθανότητα για τον «νόστο» των αλγών στη συμβιωτική σχέση. .

Αυτό όμως που ανησυχεί τους επιστήμονες είναι πως το 2017, σε αντίθεση με το 2016, δεν είναι χρονιά «Ελ Νίνιο», που σημαίνει πως τα νερά θα έπρεπε να είναι πιο δροσερά, αποτρέποντας την περαιτέρω λεύκανση του Υφάλου.

«Πριν την εντατικοποίηση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που χειροτέρευσαν την υπερθέρμανση του πλανήτη, η λεύκανση του Υφάλου συνέβαινε σπανιότατα, επηρεάζοντας μόνο μικρά τμήματά του, εξηγεί ο Σον Κόνολι, του πανεπιστημίου James Cook. Η μαζική λεύκανση είναι ένα φαινόμενο χωρίς προηγούμενο και παρατηρείται για πρώτη φορά στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

Πλέον, για την καταγραφή της καταστροφής δεν απαιτούνται καν καταδύσεις, αφού με χαμηλές πτήσεις, οι επιστήμονες μπορούν να εντοπίσουν τα σημεία που έχουν πληγεί περισσότερο.

Αν και αυτή η σχετικά νέα μορφή του Μεγάλου Κοραλλιογενούς Υφάλου έχει ήδη ηλικία περίπου 8.000 ετών, τα σχεδόν 200 χρόνια εντατικοποιημένης ανθρώπινης δραστηριότητας ήταν αρκετά για να φέρουν αυτό το πολύτιμο οικοσύστημα στα πρόθυρα της καταστροφής και, ακόμη κι αν το φαινόμενο ανασχεθεί με κάποιον «μαγικό τρόπο», η δική μας γενιά δεν θα προλάβει την ανάκαμψη του Μεγάλου Κοραλλιογενούς Υφάλου, υπογραμμίζουν οι επιστήμονες. «Αλλά για την ώρα δεν μπορούμε καν να ελπίζουμε σε μια τέτοια ανάκαμψη», σημειώνει ο Κόνολι.



Πηγή: skai.gr - Πάνος Σάκκας