Ο Thomas Farriner ήταν ένας φούρναρης, που είχε ανάμεσα στους πελάτες του τον Βασιλιά Κάρολο Β’ και το Βασιλικό Ναυτικό. Το βράδυ της 1ης Σεπτεμβρίου του 1666 πήγε για ύπνο, στο σπίτι του στην Pudding Lane του Λονδίνου, αφήνοντας τη φωτιά στον φούρνο του να καίει.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας, σπίθες από τον φούρνο άναψαν φωτιά, η οποία σύντομα είχε «καταπιεί» το σπίτι. Ο ίδιος ο Farriner γλίτωσε, όπως και η οικογένειά του, βρίσκοντας διαφυγή από ένα παράθυρο. Όμως η υπηρέτριά του, Ρόουζ, χάθηκε στη φωτιά.

Ήταν ένα από τα μόλις έξι θύματα αυτής που έμελλε να μείνει γνωστή ως η Μεγάλη Πυρκαγιά του Λονδίνου, η οποία προκάλεσε τεράστιες καταστροφές στις υποδομές της βρετανική πρωτεύουσας. Παρότι ο επίσημος αριθμός των θυμάτων ήταν τόσο χαμηλός, πιστεύεται ότι τα άγνωστα θύματα αυτής της τραγωδίας είναι πολύ περισσότερα, καθώς οι σοροί τους εκτιμάται ότι αποτεφρώθηκαν στην πυρκαγιά.

Η φωτιά επεκτάθηκε και συνέχισε να καίει για τέσσερις ημέρες, με αποτέλεσμα το 80% των κτισμάτων του Λονδίνου να καταστραφούν από τις φλόγες. Επρόκειτο για 13.200 σπίτια, χιλιάδες επιχειρήσεις, 87 εκκλησίες, το Δημαρχείο, το Χρηματιστήριο και τον καθεδρικό ναό του Αγ. Παύλου. Όπως έγραψε ο χρονικογράφος Samuel Pepys, «όλο το μεσαιωνικό Λονδίνο είναι τώρα στάχτες».

Τελικά, την τέταρτη ημέρα, οι άνεμοι που είχαν βοηθήσει τη φωτιά να εξαπλωθεί στο Λονδίνο γύρισαν, με αποτέλεσμα οι φλόγες σταδιακά να σβήσουν.

Η ειρωνεία είναι ότι αυτή η καταστροφή αποτέλεσε παράλληλα και μία ευλογία. Η φωτιά είχε καταστρέψει τους βρώμικους δρόμους και τις παράγκες στις οποίες είχε μεταδοθεί η Μεγάλη Πανούκλα τον προηγούμενο χρόνο.

Πλέον, έμενε να σχεδιαστεί η ανοικοδόμηση του Λονδίνου. Ο αρχιτέκτονας Christopher Wren ανέλαβε το project και ήταν εκείνος που έκανε τον εντυπωσιακά ανασχεδιασμένο καθεδρικό ναό του Αγ. Παύλου το κέντρο του νέου Λονδίνου.

Η γέννηση μίας βιομηχανίας

Η αξία των περιουσιών που καταστράφηκαν στη φωτιά υπολογίστηκε στα 10 εκατ. στερλίνες ή πάνω από 2 δισ. ευρώ σε σημερινά χρήματα. Τα συμβόλαια της εποχής προέβλεπαν ότι οι ενοικιαστές των κτισμάτων, και όχι οι ιδιοκτήτες, ήταν υπεύθυνοι για τις επισκευές και την ανοικοδόμηση των σπιτιών. Και αυτό σήμαινε ότι οι ενοικιαστές έπρεπε να πληρώνουν κανονικά τα ενοίκιά τους όσο τα καμένα σπίτια τους χτίζονταν ξανά.

Απαντώντας στη ζήτηση, λοιπόν, ο Nicholas Barbon έστησε το «Fire Office», την πρώτη ασφαλιστική εταιρεία, το 1680. Σύντομα, ακολούθησε η ίδρυση και άλλων ασφαλιστικών εταιρειών και έως το 1690, ένα στα δέκα σπίτια στο Λονδίνο ήταν ασφαλισμένο για φωτιά.

Πηγή: moneyreview