DW Αλίκη Τσιλιχρήστου, Στοκχόλμη

Στη φετινή παγκόσμια ημέρα της γυναίκας, στις 8 Μαρτίου, η εισαγγελέας Άνικα Μπόκεφορς ανακοίνωσε την προφυλάκιση του πρώην επιτετραμμένου της σουηδικής κυβέρνησης για ζητήματα Δικαιοσύνης, Γιόραν Λάμπερτζ, ως ύποπτου βιασμού μίας φοιτήτριας Νομικής, 40 χρόνια νεότερης του.

Πρόκειται για πρώην δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας και προϊστάμενο του τμήματος νομοθεσίας του υπουργείου Δικαιοσύνης, με αρμοδιότητα την επίβλεψη της τήρησης των νόμων στις δημόσιες υπηρεσίες και διοίκηση. Επιπλέον, ήταν μέλος του Νομικού Συμβουλίου και εμπειρογνώμονας επί των νομοσχεδίων της κυβέρνησης έως την ημέρα που προφυλακίστηκε - ένας κορυφαίος δικηγόρος κι ένθερμος αγορητής υπέρ του δικαιώματος των γυναικών να κατονομάζουν δημόσια τον βιαστή τους. Το εφετείο δεν έκανε αποδεκτή την αίτηση διακοπής της προφυλάκισης.

Η υπόθεση της προκαταρκτικής εξέτασης ήταν γνωστή ήδη απο τον Δεκέμβριο, όταν μία φίλη της φοιτήτριας τον κατήγγειλε. Η ταυτότητά του αποκαλύφθηκε πρόσφατα ύστερα από επιθυμία του ίδιου. «Ο πελάτης μου έχει υποβάλει ένσταση», δήλωσε ο συνήγορός του, καθώς «δεν θεωρεί πως έχει κάνει κάτι μεμπτό».

«Όταν ένας ύποπτος βιασμού ζητά να αποκαλυφθεί το όνομά του, δεν είναι παρά μία αμυντική στρατηγική», σχολίαζε στην TV4 ένας άλλος κορυφαίος νομικός της Σουηδίας, ο εγκληματολόγος καθηγητής και συγγραφέας Λέιφ Πέρσον.

Πρόκειται για μία τακτική που εφαρμόζουν «ύπουλοι δικηγόροι», προκειμένου να υπονομεύσουν την αξιοπιστία τής γυναίκας, αναφέρει. Αρπάζουν έτσι την ευκαιρία να παρουσιάσουν περιστατικά που ηχούν αρνητικά από το παρελθόν της καταγγέλλουσας και σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία από δίκες βιασμών, λίγοι από όσους καταγγέλλονται καταδικάζονται εν τέλει. Εν προκειμένω «η καταγγέλλουσα εμπλέκεται σε τρεις διερευνήσεις βιασμών τα τέσσερα τελευταία χρόνια και μία υπόθεση συκοφαντίας που θα εκδικαστεί προσεχώς, δεν είναι περίεργο», τόνισε απευθυνόμενος προς τον Τύπο ο συνήγορος του Λάμπερτζ.

Τα παρασκήνια της υπόθεσης

«Συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε έτσι», σχολιάζει ο εγκληματολόγος καθηγητής, «αλλά δεν πρέπει να τα φορτώσουμε όλα στη γυναίκα». Ηταν ακριβώς εξ αιτίας των προηγούμενων υποθέσεων που ήρθε σε επαφή μαζί του προκειμένου να τον συμβουλευτεί. Όταν δεν ασκήθηκε δίωξη για την καταγγελία του πρώτου της βιασμού το 2010, αφηγήθηκε την υπόθεση στα κοινωνικά δίκτυα και ο καταγγελλόμενος την μήνυσε στη συνέχεια για συκοφαντία. Ο Λάμπερτζ με νομική γνωμάτευση πήρε τότε το μέρος της, στα καθήκοντα του επιτετραμμένου για ζητήματα Δικαιοσύνης εμπίπτει και η επίβλεψη της τήρησης της ελευθερίας του λόγου που συνιστά συνταγματική αρχή. Έχει αγορεύσει επανειλημμένως υπέρ του δικαιώματος των γυναικών να μπορούν να καταγγέλλουν δημόσια τους βιαστές. Είχε συνταχθεί στο πλευρό των γυναικών στις αθρόες καταγγελίες #metoo. Στην δεύτερη περίπτωση βιασμού καταδικάστηκε ο εναγόμενος πρωτοδίκως, αλλά αθωώθηκε ελλείψει επαρκών αποδείξεων από το εφετείο.

Το παρασκήνιο της υπόθεσης σύμφωνα με την καταγγέλλουσα έχει ως εξής: Λόγω των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας αδυνατούσε να ταξιδέψει στους γονείς της τα Χριστούγεννα και για τον λόγο αυτό ο Λάμπερτζ την κάλεσε σε χριστουγεννιάτικο τραπέζι σπίτι του. Τον θεωρούσε μέντορά της στα νομικά θέματα μετά τη νομική του στήριξη στις δυο προηγούμενες υποθέσεις της κι εκείνος αυτοαποκαλούνταν δεύτερος πατέρας της. Δείπνησαν μαζί την παραμονή των Χριστουγέννων και κατανάλωσαν μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, καταλήγοντας να πέσει για ύπνο ζαλισμένη από το κρασί. Ξύπνησε με τον κατηγορούμενο να βρίσκεται «επί το έργον» επάνω της, αλλά δεν κατάφερε να τον σταματήσει. «Ό,τι συνέβη, συνέβη με τη θέληση της» είναι η τοποθέτηση του καταγγελλόμενου.

Ωστόσο, στην επικοινωνία που είχαν μέσω sms μετά το συμβάν των Χριστουγέννων, στην ερώτηση της φοιτήτριας για το πως μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο και σε εκείνη, ο κορυφαίος νομικός της Σουηδίας της απαντάει «είμαι βλάκας» και στη συνέχεια «βρίζω τον εαυτό μου που δεν συγκρατήθηκα να σε αφήσω στην ησυχία σου».