Ο Τζαμέλ «δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα θρήσκος, ούτε θεοσεβούμενος»: στα προάστια της Μσακέν, μιας κωμόπολης στην κεντροανατολική Τυνησία, η οικογένεια του 36χρονου που σκότωσε μια Γαλλίδα αστυνομικό, κοντά στο Παρίσι, περιγράφει έναν άνθρωπο που έπασχε από κατάθλιψη και τον παρακολουθούσε ψυχίατρος στη Γαλλία.

Με την άκουσμα της είδησης, την Παρασκευή, η μητέρα του Τζαμέλ Γκορσέν μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο. «Δεν έχουμε τίποτα να πούμε», εξηγεί μελαγχολικά η αδελφή του, που δεν θέλει να δώσει καμία συνέντευξη.

Ο Γκορσέν προέρχεται από μια μεσοαστική οικογένεια και μεγάλωσε στη Μσακέν, μια πόλη κοντά στο θέρετρο Σους. Η πόλη αυτή ήταν η γενέτειρα και του Μοχάμεντ Λαχουαϊγιέζ-Μπουχλέλ, του δράστη της επίθεσης με φορτηγό στις 14 Ιουλίου 2016 στη Νίκαια της Γαλλίας, όπου σκοτώθηκαν 86 άνθρωποι. Ο 36χρονος έχει ακόμη τρία αδέλφια, μεταξύ των οποίων και έναν δίδυμο αδελφό. Επέστρεψε στην Τυνησία πριν από περίπου έναν μήνα, για πρώτη φορά μετά το 2009.

«Έμεινε με την οικογένειά του για δύο εβδομάδες», εξήγησε μια εξαδέλφη, η 30χρονη Σαμέχ, προσθέτοντας ότι στη Γαλλία τον παρακολουθούσε ψυχίατρος επειδή έπασχε από κατάθλιψη. «Σχεδίαζε να επιστρέψει οριστικά στην πόλη, αναμενόταν να έρθει σήμερα» Σάββατο, πρόσθεσε. «Είμαστε σοκαρισμένοι, δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τι συνέβη».

«Ο Τζαμέλ ήταν ένας ήσυχος και επιφυλακτικός νέος. Δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα θρήσκος, ούτε θεοσεβούμενος», είπε εξάλλου ένας ξάδελφος, ο Νουρεντίν, που όμως δεν είχε επαφές μαζί του εδώ και πολύ καιρό.

Οι μάρτυρες της επίθεσης, την οποία η Γαλλία χαρακτηρίζει «τρομοκρατική», ανέφεραν ότι ο δράστης φώναζε «Αλλάχ Ακμπάρ».

Αφού πήρε πτυχίο μηχανικού αυτοκινήτων, ο Γκορσέν έφυγε από την Τυνησία για τη Γαλλία το 2009. Ζούσε για πολλά χρόνια στην περιοχή του Παρισιού και ήταν άγνωστος στις υπηρεσίες ασφαλείας. Την Παρασκευή σκότωσε με δυο μαχαιριές στον λαιμό μια 49χρονη, άοπλη αστυνομικό στο αστυνομικό τμήμα του Ραμπουγιέ, προτού να πέσει νεκρός από τις σφαίρες συναδέλφων της.

Σοκαρισμένη από τη δολοφονία, η Σαμέχ δυσκολεύεται να δώσει μια εξήγηση, αλλά πιστεύει ότι ο εξάδελφός της ήταν επίσης «θύμα». «Ήταν εύκολη λεία, κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία του και τον ριζοσπαστικοποίησαν», είπε. Όταν επέστρεψε στην Τυνησία «δεν ήταν καλά, ήταν συνεχώς σκεπτικός, έτρωγε ελάχιστα και μιλούσε λίγο. Προσευχόταν, αλλά μέχρι εκεί», θυμάται.

Ο 70χρονος πατέρας του, ο Σάλεμ, είναι συνταξιούχος οικοδόμος και είχε εργαστεί στη Νίκαια, στη νότια Γαλλία. Ταξίδευε συχνά στη Γαλλία και από χθες έχει τεθεί υπό κράτηση και ανακρίνεται από τη γαλλική αστυνομία.

Ο Τζαμέλ ήταν νόμιμος μετανάστης και εργαζόταν ως οδηγός στην περιοχή του Παρισιού.

«Όταν άκουσα την είδηση συγκλονίστηκα, όμως όλα είναι πιθανά. Τα πάντα μπορεί να συμβούν», σχολίασε ο Νουρεντίν. «Δεν ξέρω τι έκανε στη Γαλλία, ποιον συναναστρεφόταν, ίσως να του είχαν κάνει πλύση εγκεφάλου», εκτίμησε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ