«Ο Τραμπ και ο Τούρκος πρόεδρος βρίσκουν κοινό έδαφος» ήταν ο τίτλος εκτενούς ρεπορτάζ των New York Times το Σάββατο 13 Ιουνίου. Η δημοσιογράφος σημείωνε ότι, ενώ πριν από δέκα μήνες ΗΠΑ και Τουρκία βρίσκονταν στο χείλος της στρατιωτικής σύγκρουσης στη βόρεια Συρία, σήμερα η εικόνα διαγράφεται εντελώς διαφορετική. Αφού ανέχθηκε την τουρκική εισβολή εναντίον των Κούρδων συμμάχων των ΗΠΑ, αποσύροντας τα αμερικανικά στρατεύματα από τη βόρεια Συρία τον περασμένο Οκτώβριο, ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε πρόσφατα ένα δεύτερο μεγάλο βήμα προσέγγισης του Ερντογάν, δίνοντας το πράσινο φως για την τουρκική στρατιωτική παρέμβαση στη Λιβύη. Με άλλα λόγια, ανέθεσε και στις δύο περιπτώσεις στην Τουρκία τον ρόλο του βασικού αναχώματος έναντι της ρωσικής διείσδυσης, κάνοντας outsourcing ενός δύσκολου καθήκοντος, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να επωμιστεί ο αμερικανικός στρατός.

Δεν είχε προλάβει να στεγνώσει το μελάνι στο χαρτί των New York Times, και οι ειδήσεις από τη Μόσχα ήρθαν να ενισχύσουν το ρεπορτάζ τους. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ ακύρωσε προγραμματισμένη για την περασμένη Κυριακή επίσκεψή του στην Αγκυρα. Εκεί, επρόκειτο να συζητήσει με τον ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου σχέδιο για κατάπαυση του πυρός στη Λιβύη, όπου Ρωσία και Τουρκία υποστηρίζουν αντίπαλες παρατάξεις της εμφύλιας σύγκρουσης. Οπως έγινε γνωστό, η προοπτική μιας ρωσοτουρκικής συμφωνίας για εκεχειρία (κατ’ αναλογία με εκείνη των Πούτιν-Ερντογάν για την ειρήνευση στο Ιντλίμπ της Συρίας, τον Μάρτιο) απομακρύνθηκε λόγω αγεφύρωτων διαφωνιών γύρω από το μέλλον της Σύρτης.

Η στρατηγικής σημασίας πόλη, στο κέντρο της λιβυκής ακτογραμμής, που ελέγχει τους περισσότερους τερματικούς σταθμούς του λιβυκού πετρελαίου, έπεσε στα χέρια του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA) του Χαλίφα Χαφτάρ τον περασμένο Απρίλιο, όταν ο ισχυρός άνδρας της Ανατολικής Λιβύης, με έδρα τη Βεγγάζη, προήλαυνε προς τα δυτικά, με στόχο την κατάληψη της Τρίπολης. Ωστόσο, η αποφασιστική παρέμβαση της Τουρκίας (με στρατιωτικούς συμβούλους, drones, όπλα και χιλιάδες μισθοφόρους που μεταφέρθηκαν από τη Συρία) ανέτρεψε τα δεδομένα υπέρ της κυβέρνησης του Φαγέζ αλ Σαράζ. Οι δυνάμεις της Τρίπολης έδιωξαν τον LNA σχεδόν από όλες τις θέσεις της Δυτικής Λιβύης που είχε καταλάβει και βρέθηκαν να προελαύνουν προς τα ανατολικά, με επόμενο στόχο τη Σύρτη. Απορρίπτοντας το σχέδιο ειρήνευσης της Αιγύπτου, που επίσης υποστηρίζει τον Χαφτάρ, η Τουρκία και ο πολιτικός της όμηρος Σαράζ (περισσότερο εκπρόσωπος Τύπου των τζιχαντιστικών πολιτοφυλακών, παρά πραγματικός ηγέτης) έκαναν σαφές ότι εννοούν να διαπραγματευτούν για εκεχειρία μόνο μετά την άλωση της Σύρτης.

Οι προσδοκίες της Τουρκίας για τη λιβυκή της επένδυση είχαν ήδη εκδηλωθεί με το μνημόνιο χάραξης ΑΟΖ, που δικαιολογημένα ανησύχησε Ελλάδα, Κύπρο και Ε.Ε. Εγιναν όμως ακόμη καθαρότερες την περασμένη Τετάρτη, όταν υψηλότατου επιπέδου τουρκική αντιπροσωπεία (πλην του Τσαβούσογλου, συμμετείχαν ο Ιμπραχήμ Καλίν, υπ’ αριθμόν 1 σύμβουλος του Ερντογάν, ο αρχηγός της μυστικής υπηρεσίας ΜΙΤ Χακάν Φιντάν και ο υπουργός Οικονομικών Μπεράτ Αλμπαϊράκ) επισκέφθηκαν την Τρίπολη. Σύμφωνα με τουρκικά και αραβικά μέσα, στο τραπέζι τέθηκαν η ανάθεση σε τουρκικές εταιρείες μεγάλων έργων στη δυτική Λιβύη, αλλά και η δημιουργία τουρκικών βάσεων στη Βόρεια Αφρική, για πρώτη φορά μετά την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Λόγος γίνεται για τη ναυτική βάση της Μισράτα και την αεροπορική της Αλ Ουατίγια, την οποία μέχρι πρόσφατα ήλεγχαν οι δυνάμεις του Χαφτάρ.

Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, όμως, ότι η Ρωσία δεν θα επιτρέψει την προέλαση των υποστηριζόμενων από την Τουρκία δυνάμεων του Σαράζ προς την ανατολική Λιβύη, όπου έχει επενδύσει τόσα πολλά, ενδεχομένως, δε, προσβλέπει σε μια δεύτερη ρωσική βάση στη Μεσόγειο, πλάι σε εκείνη της Ταρτούς, στη Συρία. Ηδη τα ρωσικά Μιγκ και Σουχόι που μεταφέρθηκαν στη βάση της Αλ Τζούφρα, νότια της Σύρτης, για να ενισχύσουν τον Χαφτάρ, σταμάτησαν με αεροπορικούς βομβαρδισμούς την προέλαση των κυβερνητικών δυνάμεων σε απόσταση ασφαλείας από τη Σύρτη.

Με αυτά τα δεδομένα, το πιθανότερο είναι ότι, αργά ή γρήγορα, και μάλλον γρήγορα, η Λιβύη θα μετατραπεί σε ένα ασταθές ρωσοτουρκικό condominium (πεδίο συγκυριαρχίας) και θα οδεύσει προς μια προσωρινή εκεχειρία. Ενδεχομένως αυτό θα γίνει αφού ο φθαρμένος Χαφτάρ αντικατασταθεί, ως πολιτικός εκπρόσωπος της ανατολικής Λιβύης, από τον περισσότερο αποδεκτό από την Αγκυρα πρόεδρο του Κοινοβουλίου του Τομπρούκ, Ακίλα Σάλεχ. Το λιβυκό πρόβλημα είναι πιθανό να μετατραπεί σε μια παγωμένη σύγκρουση, με σποραδικές υποτροπές, καθώς Μόσχα και Αγκυρα θα έχουν περισσότερο συμφέρον να διαχειρίζονται τη διένεξη παρά να τη λύσουν, αφού θα διαιωνίζουν με αυτόν τον τρόπο τον παρεμβατικό τους ρόλο στη νότια Μεσόγειο. 

Η Ευρώπη μεταξύ Πούτιν και Ερντογάν

Καμία ευρωπαϊκή χώρα, ούτε καν η Ιταλία που στηρίζει τον Σαράζ, δεν θα αισθανόταν καλά με τον πλήρη έλεγχο της Λιβύης από τους συμμάχους της Τουρκίας. Και μόνο το γεγονός ότι αυτό θα έδινε στην Αγκυρα τον έλεγχο άλλης μιας βασικής πύλης εξόδου προσφύγων, προκαλεί εύλογη ανησυχία. Μέχρι στιγμής, όμως, μόνο η Γαλλία αντέδρασε σθεναρά, ζητώντας από το ΝΑΤΟ «να σταματήσει να στρουθοκαμηλίζει» απέναντι στην «απαράδεκτη συμπεριφορά» της Τουρκίας σε Λιβύη, Κύπρο, Αιγαίο. Γεγονός είναι ότι οι μόνες δυνάμεις που «μετράνε» στρατιωτικά στη Λιβύη είναι η Ρωσία και η Τουρκία, καθώς οι Αμερικανοί έχουν αποχωρήσει από το 2012, ενώ η Ε.Ε. δεν είναι σε θέση ούτε καν την επιχείρηση «Ειρήνη» να υλοποιήσει, υποχωρώντας στην επίδειξη δύναμης από τις τουρκικές φρεγάτες. Με ωμό ρεαλισμό, η Le Monde καλούσε, την περασμένη Τρίτη, τους ηγέτες της Δύσης να αποφασίσουν αν στο κρίσιμο λιβυκό θέατρο «έρχεται πρώτη στην ιεράρχηση των απειλών η Ρωσία ή η Τουρκία», υπονοώντας ξεκάθαρα ότι πλειοδοτεί υπέρ της δεύτερης επιλογής.

Πηγή: Καθημερινή