DW Θεόδωρος Ανδρεάδης Συγγελλάκης, Ρώμη 

Η εισαγγελέας του Μπέργκαμο Μαρία Κριστίνα Ρότα μετέβη σήμερα στο κυβερνητικό μέγαρο της ιταλικής κυβέρνησης, Παλάτσο Κίτζι, για την κατάθεση του πρωθυπουργού Τζουζέπε Κόντε.

Η έρευνα αφορά την διαχείριση της πανδημίας και πιο συγκεκριμένα το αν η κυβέρνηση έπρεπε να δημιουργήσει μια «κόκκινη ζώνη» στις δυο περιοχές της Λομβαρδίας, Αλτσάνο και Νέμπρο, στα τέλη του Φλεβάρη.

Πρόκειται για δυο κωμοπόλεις που μετετράπησαν σε κύριες εστίες μετάδοσης της πανδημίας. Το κύριο ερώτημα είναι: Η κόκκινη ζώνη έπρεπε να αποφασιστεί από την κεντρική κυβέρνηση της Ρώμης ή από την περιφέρεια της Λομβαρδίας;

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, και οι δυο είχαν την δικαιοδοσία αυτή. Αλλά η εισαγγελέας του Μπέργκαμο, σε δήλωσή της στην ιταλική τηλεόραση Rai, τόνισε ότι όπως φαίνεται η κύρια αρμοδιότητα ήταν της κυβέρνησης Κόντε.

Η δε περιφέρεια με πρόεδρο τον Ατίλιο Φοντάνα της Λέγκα δεν γνώριζε καν ότι μπορούσε να ορίσει «κόκκινη ζώνη», και το ανακάλυψε σε τηλεοπτική εκπομπή. Ο Φοντάνα κατέθεσε ήδη τις περασμένες ημέρες και η πάγια θέση του είναι ότι η κεντρική εξουσία έπρεπε να κινηθεί με ταχύτερους ρυθμούς.

Ο Κόντε δηλώνει επισήμως ότι δεν ανησυχεί. Αλλά σύμφωνα με την εφημερίδα Λα Ρεπούμπλικα, δεν είναι έτσι: «Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός θα μπορούσαν να κατηγορηθούν ακόμη και για πρόκληση πανδημίας εξ αμελείας», γράφει η εφημερίδα.

Προς το παρόν, όπως διέρρευσε, ο επικεφαλής της ιταλικής κυβερνητικής συμμαχίας εξήγησε στην εισαγγελέα ότι προτίμησε να μετατρέψει όλη την Λομβαρδία σε κόκκινη ζώνη -χάνοντας περίπου δέκα ημέρες- και όχι μεμονωμένες περιοχές της.

Αλλά ο Τύπος επιμένει ότι, μπορεί να υπήρξαν και άλλοι παράγοντες που επηρέασαν την όλη αυτή επιλογή. Η περιοχή της Λομβαρδίας είναι από τις οικονομικά πιο ανεπτυγμένες της Ιταλίας. Πολλοί βιομήχανοι φέρονται να άσκησαν πιέσεις, τόσο στην κυβέρνηση, όσο και στην περιφέρεια, με στόχο να καθυστερήσει η απομόνωση του Νέμπρο και του Αλτσάνο, και η διακοπή φυσικά των παραγωγικών δραστηριοτήτων τους.