Η Nasrin Sotoudeh, η Ιρανή ακτιβίστρια που καταδικάστηκε σε 148 βουρδουλιές και 38 χρόνια φυλακή, είναι χωρίς αμφιβολία ένα πρόσωπο που προκαλεί θαυμασμό. Δεν είναι ότι απλώς αντιστέκεται στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην χώρα της. Είναι και ότι μαχόμενη κατά των νόμων για το  hijab έρχεται σε  σύγκρουση με ένα μεγάλο μέρος της ιρανικής κοινωνίας που ακολουθεί τις επιταγές του ισλαμικού ιερατείου. Είναι έτσι ένας αγώνας πολύ πιο δύσκολος, πιο επώδυνος και ενδεχομένως, ορισμένες στιγμές τουλάχιστον, πιο μοναχικός. Η Nasrin είναι μουσουλμάνα.

Ο Μπρέντον Τάραντ, ο Αυστραλός τρομοκράτης, είναι ένας ναζί. Ιδεολόγος ναζί, ο οποίος έχει αφομοιώσει και υιοθετήσει όλα τα σύμβολα, τα συνθήματα και τις απόψεις των φιλοναζιστικών κομμάτων σε ολόκληρο τον κόσμο. Ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται την «λευκή φυλή» από την επίθεση που δέχεται από «αλλόφυλους εισβολείς» και δηλώνει «Ναϊτης ιππότης», δηλαδή σταυροφόρος.  

Δύο πρόσωπα που ήρθαν στην επικαιρότητα τις τελευταίες εβδομάδες και μας θέτουν το ερώτημα: ποιος από τους δύο εκπροσωπεί καλύτερα τον «Δυτικό» πολιτισμό, η μουσουλμάνα ή ο σταυροφόρος; Το ερώτημα δεν είναι τόσο άτοπο όσο ίσως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, γιατί πολλοί συνδέουν την άνοδο της ακροδεξιάς με την άνοδο του ισλαμισμού και της μετανάστευσης. Με άλλα λόγια το ζήτημα της μείξης των διαφορετικών πολιτισμών και της σχέσης που έχουν με την έκρηξη της βίας, έχει μπει εδώ και καιρό στον δημόσιο διάλογο. 

Η ακροδεξιά βέβαια έχει μεγάλη προϊστορία στην Δύση και είναι παράξενη η προσπάθεια αιτιολόγησης της με την μετανάστευση. Στις αρχές του αιώνα και στον μεσοπόλεμο για παράδειγμα, οι ναζί, όπως και πολλά ακροδεξιά κόμματα, ήταν αντισημίτες. Κανείς ωστόσο δεν ισχυρίζεται σήμερα ότι οι Εβραίοι ευθύνονται για την άνοδο του ναζισμού. Το αντίστροφο συνέβη: οι ναζί αξιοποίησαν τον ευρύτατα διαδεδομένο αντισημιτισμό για να ανέβουν στην εξουσία. Χρειάστηκε το Ολοκαύτωμα για να απαλλαγούμε από τον αντισημιτισμό, στο μέτρο που έχουμε απαλλαγεί. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα. Ο Δημήτρης Ψαράς στην Εφημερίδα των Συντακτών μεταφέρει ένα πολύ χαρακτηριστικό  εύρημα επιστημονικής μελέτης για την ακροδεξιά βία. «Ακροδεξιοί και επιθετικοί νέοι ανακάλυψαν ότι, όταν η κλίση τους προς τη βία στρεφόταν εναντίον αλλοδαπών, δεν αντιμετώπιζαν κοινωνικές απαγορεύσεις, στιγματισμό και κυρώσεις, όπως συνέβαινε παλιότερα, αλλά αντιθέτως έβρισκαν κατανόηση, συμπάθεια και υποστήριξη από μερίδες του πληθυσμού». Το να επιχειρούμε να μεταθέτουμε την ευθύνη στην μετανάστευση, συνεχίζει, είναι σαν να δίνουμε συγχωροχάρτι στον δολοφόνο.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η ιδέα της πολιτισμικής ασυμβατότητας έχει αρχίσει και αποκτά κύρος κατ εξοχήν στις χώρες που ως σήμερα προσπαθούσαν να φτάσουν και να αντιγράψουν την Δύση. Φτάνει δε στο σημείο να μη μιλάνε πια για «κράτη έθνη» αλλά για «κράτη πολιτισμούς».  Περισσότερο από όλες στην Κίνα όπου ο ίδιος ο πρόεδρος Xi τονίζει συνεχώς την ιδιαιτερότητα της ιστορίας και του πολιτισμού της χώρας του. Φιλοκυβερνητικοί διανοούμενοι εξάλλου υποστηρίζουν ότι η επιτυχία της Κίνας οφείλεται στο ότι γύρισε την πλάτη της στις πολιτικές αξίες της Δύσης. Ανάλογες αντιλήψεις, σημειώνει ο Gideon Rachman στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, κερδίζουν έδαφος σε χώρες όπως η Ινδία του Μόντι, η Ρωσία του Πούτιν και η Τουρκία του Ερντογάν. Αλλά και στις ΗΠΑ του Τραμπ που όλο και περισσότερο στηρίζει την πολιτική του στην ξενοφοβία και χαρακτηρίζει τους μετανάστες ως «εισβολείς». Η ιδέα του «κράτους πολιτισμού» είναι βέβαια κατ εξοχήν αντιφιλελεύθερη καθώς αρνείται την οικουμενικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο όνομα της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και καταδικάζει τις μειονότητες σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Χρησιμοποιείται δε για έναν και μοναδικό λόγο: να νομιμοποιήσει τις αυθαιρεσίες των οπαδών του αυταρχισμού. Ευτυχώς γυναίκες όπως η Nasrin Sotoudeh μας υπενθυμίζουν πόσο ψεύτικες είναι αυτές οι θεωρίες.