Του Γιώργου Δασιόπουλου

Η Τέχνη, από την φύση της,  είναι ένα νόθο παιδί μιας παθιασμένης βραδιάς που κουβαλάει όλα τα συμπλέγματα και όλες τις ενοχές μιας άστοργης δυστοπίας. Ή τουλάχιστον, αυτό της πρέπει της Τέχνης. Ας φανταστούμε τα συμπλέγματα, τις ενοχές και τις ακρωτηριασμένες παλινδρομήσεις των ανθρώπων που ασχολούνται με την Τέχνη. Πολύς ο λόγος και οι ασκοί των τελευταίων καταγγελιών για κακομεταχειρίσεις, παρενοχλήσεις, αναίτιους υποδόριους αυνανισμούς και τα λοιπά. Δύσκολοι σκηνοθέτες, κακότροποι πρωταγωνιστές, ανήθικοι θιασάρχες, αλαλάζοντες θεατράνθρωποι. Ας αποκαλύψουμε τον άνθρωπο που μετεχμειόνεται πίσω από το ψυγείο χαρακώνοντας τους μηρούς του με ξυραφάκια. Αλλά, ας μην μιλήσουμε για το παρελθόν που γέννησε την Τέχνη.

Ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης όλων των εποχών ήταν Δανός, νόθο παιδί μιας καμαριέρας και ενός μεγαλοκτηματία που υιοθετήθηκε και πέρασε τον επαγγελματικό του βίο υπερβατικά και προσηλωμένος στο Θείο που αχνοφέρνει τα χρώματα της Λύτρωσης. Ο Κάρλ Θίοντορ Ντράγιερ, ο Πατήρ κάθε μεγαλομανούς σκηνοθέτη, υπήρξε μεταφυσικός στα εργαλεία που χρησιμοποιούσε, είχε τον πλήρη έλεγχο των πάντων στις δημιουργίες του, σχεδίαζε ο ίδιος τα σκηνικά των ταινιών του και πέρασε στην καλλιτεχνική ιστορία ως «Ο Σαδιστής». Κομβικό σημείο το χαοτικό βλέμμα της Ρενέ Φαλκονέτι ή Μαρίας Φαλκονέτι ή Μαρί Φαλκονέτι, αυτό που έχουν συνήθως οι Μάρτυρες που τολμούν το άλμα «προς τα έξω», στο αριστούργημα Το Πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ (1928). Λογικά, αυτό το βλέμμα πρέπει να είχε η Φαλκονέτι όταν αυτοκτόνησε το 1946 στο Μπουένος Άιρες, αναλογιζόμενη τα δικά της Πάθη που της χάρισε απλόχερα ο Ντράγιερ.

Το Πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ, βασίστηκε στα πρακτικά της δίκης της Γαλλίδας εθνικής ηρωΐδας. Η Ρενέ Φαλκονέτι ήταν μια ερασιτέχνης του θεάτρου όταν την επέλεξε για πρωταγωνίστρια ο Ντράγιερ. Της απαγόρευσε να μακιγιαριστεί και έκοψε ο ίδιος τα μαλλιά της στη σκηνή μετά την καταδίκη της. Χρησιμοποίησε αποκλειστικά κοντινά πλάνα της ταλαιπωρημένης Φαλκονέτι, ώστε να θυμίζουν αγιογραφίες. Ο Ντράγιερ, προκειμένου να έχει τα ρεαλιστικά πλάνα του πονεμένου προσώπου της Ιωάννας της Λωρραίνης, εξάντλησε όλη την σκληρότητα του κάτι που τον χαρακτήριζε, άλλωστε. Ώθησε την Φαλκονέτι στο χείλος της συναισθηματικής κατάρρευσης, προκειμένου οι επόμενες γενιές να διδάσκονται και να θαυμάζουν το αποτέλεσμα. Έπαιξε μπεργκμανικό σκάκι επάνω στην συγκεκριμένη ανθρώπινη ύπαρξη για χάρη της Τέχνης. Και εκεί κάπου ξεκινάει ο εναγκαλισμός μεταξύ της αισθητικής απόλαυσης και της καντιανής Ηθικής. Είναι ωφέλιμο να υποτιμηθείς για χάρη του ρόλου; Για το κοινό υπήρξε μια μαγευτική στιγμή. Για την Φαλκονέτι υπήρξε η Κόλαση. Όσοι εργάστηκαν για την ταινία, αναφέρουν ότι ο Ντράγιερ την ανάγκαζε να γονατίζει επάνω σε πέτρες, ώστε στην συνέχεια τα κοντινά πλάνα να ξεγυμνώνουν σε όλο το μεγαλείο τον βωβό πόνο στο βλέμμα της. Ακριβώς, όπως ο Καραβάτζο σκότωνε για να αποτυπώσει ακριβώς τον τρόμο της Μέδουσας όταν αντιλαμβάνεται πως κοιτάζει τον εαυτό της σε καθρέφτη. Με τα γυρίσματα να επαναλαμβάνονται συνέχεια, μέχρι να βρεθεί το κατάλληλο πληγωμένο βλέμμα.

Μετά από την ταινία, η Φαλκονέτι συνέχισε την καριέρα της ως ηθοποιός και παραγωγός, αγόρασε δικό της θέατρο, αλλά απέτυχε και κατέρρευσε οικονομικά. Έγινε τραγουδίστρια, δασκάλα, θιασάρχης, υπέβαλλε τον εαυτό της σε τιμωρητικές και εξαντλητικές διαδικασίες, μέχρι που αυτοκτόνησε. Κουβαλούσε πάντοτε εκείνο το σπαρακτικό βλέμμα της Ιωάννας του Ντράγιερ.

Τα τελευταία της λόγια, προτού ταφεί στην Μονμάρτη, ήταν: «Προσμένω τον πρεσβύωπα συγκρατημένο ασθενή, που πάσχει από φλεγμονή των εντέρων και αυτό τον κάνει ιδιαίτερα θορυβώδη, στα έσχατα στάδια της υπογλυκαιμίας, με αρκετά παράσημα από τον ΡωσοΙαπωνικό πόλεμο. Τρέφομαι από τον υμένα σου, μελετώντας με φωνασκίες το ιερό και θεμελιώδες βιβλίο της κάθε θρησκείας. Πίνω με το κεφάλι ψηλά από τη στέρνα του Μπέλμερ στην Παιονία και προσεγγίζω την ξύλινη τσανάκα στους προύχοντες με το σιτηρέσιο δίπλα στη φωτιά που κατασκευάστηκε με την αρχέγονη τέχνη της τριβής του στη σχισμή της εσχάρας.»