Του Γιώργου Δασιόπουλου

Η μοίρα και ο χαρακτήρας είναι διαφορετικές ονομασίες του ίδιου πράγματος. Ο Νοβαλισμός που σιγοβράζει στην ουρά ενός μονόχειρα ρινόκερου που κουβαλά τον στρατευμένο «Σαράφη» και την κυνηγημένη «Κελέση», από την ίδια την αυτοδιάθεση του νυμφώνα τους. Μυθιστορηματικές κουκούλες, η Μπογκοτά της «Μαντόνας των Δολοφόνων», μεταλλωμένο φρύδι που καταπόνησε μια άκρατη φυγόδικη κυτταρομαχία.

Μια πρωτόγνωρη διαδικασία για το πολιτικό σκηνικό, χωροφύλακες βουλευτές που εφορεύουν στα χωράφια προς αναζήτηση μιας διπλωμένης κουκούλας που θα οδηγήσει στη μυστική κρύπτη. Και στη μέση οι προστατευόμενοι μάρτυρες. Ποιός θα τους προστατεύσει από εκείνη την λαοπρόβλητη μοναξιά; Ρυτιδιασμένοι, παχουλοί στα πρότυπα των αναγεννησιακών προτύπων, έντονο καταθλιπτικό βλέμμα, αναμεμιγμένοι με κτιριοδομικές ασυνέχειες σε συνεχείς ανακρίσεις με άπταιστες επιδιορθώσεις κατανεμημένων παραπτωμάτων της Ισλανδικής «πεζοδρομιακής» διαλέκτου.

Και διαμέσου αυτών, η πολιτική σκηνή του τόπου να κινείται εμποτισμένη από προτσαρική συνείδηση του ωφελίμου, κερδισμένοι από τη δίψα της μάζας για πράσινα αρρωστημένα φλέματα και πρωτόλειο σπέρμα, ακανθώδες πεδίο κυριαρχίας η προανακριτική επιτροπή, αναδύεται από την επεξεργασμένη σκόνη από φιρμάνι ταριχευμένου υποχόνδριου Βόλσκου, φιλοπόλεμου Ιλλυρίου. Βουλευτές στον ρόλο του χωροφύλακα, τηλεπαρουσιαστές στον ρόλο του κατσαπλιά, ιατροδικαστές στον ρόλο του βαστάζου της τηλε- Αφοδευτικής Αυτοκρατορίας. Καταπίνοντας αχόρταγα η γενιά ένα αρχικυνικό δαχτυλίδι, πάνοπλοι φετιχιστές της εικόνας μέσα από ιδιάζουσες εμμονές, ταυτοποιημένοι  και υπερήφανοι αγρότες μιας έσχατης λατέρνας που καταρρέει νωχελικά παίζοντας στοργικά και μελαγχολικά άσματα που καταλήγουν κάπως έτσι: κράτα τα μάτια σου στον ήλιο και δεν θα δεις τις σκιές. Πολλοί μίσησαν τον υάκινθο, λίγοι τον τρύγησαν περήφανα.
 
«Μα, σας φαίνεται λογικό να πιστεύουμε ότι ο ήλιος θα ανατείλει πάλι αύριο το πρωΐ, μόνο και μόνο επειδή ανατέλλει κάθε μέρα μέχρι τώρα;» Αυτή θρυλείται πως υπήρξε η πρώτη ερώτηση που έγινε ποτέ σε προστατευόμενο μάρτυρα. Κάπου στην ανατολική πλευρά της Λετονίας, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.