Ο Μόψος, ο οποίος αναφέρεται ως Λαπίθης ήρωας στην Ασπίδα Ηρακλέους, ήταν μία από τις μεταμορφώσεις μιας πρωτοελληνικής μυθικής μορφής, προγενέστερης της εμφάνισης των Λαπιθών.

Μια άδεια νύχτα, αναπολώντας τη ναπολιτάνικη κυριαρχία της βλοσυρότητας που έκρυβαν τα χιλιάδες βλέμματα στις κερκίδες, η ζωή του μετατράπηκε σε έκπαγλη γιορτή που άφησε όλα τα κρασιά να κυλήσουν και όλες τις καρδιές να ανοίξουν σε ρεμποειδή ρυθμό. Καρπώθηκε το δίκαιο και την ευθύνη της καθολικότητας των αστεριών- τί χαλεπή νύχτα!- εναρμονισμένος με την προσδιορισμένη λίμνη που λούζεται στο φως που διαπερνά τις μπούκλες, μεστωμένα ακόμη από τα σημάδια της προηγούμενης σφαγής. Αδράξαμε το τριφασικό όνομα του που κύρτωσε στα βάθη των αιώνων, αλυχτώντας με ορμή το πόσο φρικιαστικός είναι ο λόγος του ήχου που αναβλύζει η κυριαρχία επάνω στις καμμένες καικαψαλισμένες σάρκες των συντρόφων του. Ιερά μέθη που ξεσκόνισε λευκά τα βρυκολακιασμένα όνειρα του, διανθισμένα με νέγρες κρεολές από το Μπενίν που ευνουχίζουν τον ημιλυπόθημο αφέντη τους, παρασυρόμενες από το ιερό και αρχέγονο πάθος του σοδομισμού και συμπορεύθηκε με τους σκλάβους που έτρεχαν αποκαμωμένοι να εντάξουν στο θυλάκιο της προσμονής την εικόνα ενός ακόμα Βασιλέα που αποκεφαλίζεται ηδονικά στη λαιμητόμο.

Επισκέφθηκε τον διεφθαρμένο Χρυσό Νέρωνα, ο οποίος φορούσε ένα νυφικό πέπλο και κρατούσε στη δεξιά του χούφτα τους όρχεις του νεαρού συζύγου του, που ονομαζόταν Κλαύδιος ή Κλαούντιο. Κι ενώ ο Ιππόδρομος που ενώνει τον Παλατίνο και τον Καίλιο Λόφο καιγόταν, αποκρίθηκε: "Ω, αίσχους βορβωρόδικο, πανοσολογιότατε, απαλλαγμένε από κάθε ηθική, στείλε μου σημάδι που θα βρω Εκείνον να του επιστρέψω το Χέρι του;" Έκαμε τρία βήματα πίσω και αναπόλησε εκείνη την ιερή στιγμή, τότε που υψώθηκε σαν την Αριάδνη, μικρόσωμο κορίτσι, καθήμενος στη βάση του θρόνου του, άρχισε να ξεσκεπάζει στον αέρα ένα στρογγυλό αντικείμενο που βρισκόταν μέσα σε ένα πετσί από κόσκινο. Τότε που αποκαλύφθηκε ένας τεράστιος φαλλός ιππευμένος από μια φτερωτή Αφροδίτη που κρατούσε μια βολιβιανή πρωκτική σφήνα. Η διακόρευση ήρθε με το πρώτο χτύπημα, νεόφυτη και παραγκωνισμένη, ένοιωσε αρχικά τον πόνο, μετά την έκσταση και...γκολ! Περιπλανήθηκε οκτώ ημέρες και επτά νύχτες στις θάλασσες, αναμένοντας μάταια, να ανακαλύψει την αναδυόμενη σγουρόξανθη μορφή του. Συναντήθηκε διαδοχικά με τον Θεό- Σωτήρα Άττι, που αναστήθηκε εκείνο το βράδυ, αφού πρώτα βρήκε τον θάνατο με την μέθοδο του αυτο-ακρωτηριασμού και στις αλεπάλληλες ερωτήσεις για την ύπαρξη του, εκείνος μειλίχιος σωτήρας, μικρό αγόρι με μπούκλες και φρυγική ενδυμασία και με το ρούχο ανοιχτό, ώστε να αποκαλύπτονται τα γεννητικά του όργανα, υπενθυμίζοντας τον θρύλο του, απαντούσε: "Να η Αγαθή- Θεά, η κυρία των ορέων, η μεγάλη Μητέρα των Άνδεων. Πλησιάστε..."

Και ζαλισμένος λέγει: "Αναμόχλευσα τα πάθη και τις οργιαστικές τελετές σε μονοδρομήσεις των παγανιστικών ονειρόξεων. Κολύμπησα στη λάσπη, αναζητώντας το νέο, το βρώμικο, εκείνο που θα έφτανε την κορύφωση σε δράμα. Την κάθαρση. Στα ψαλτήρια και τα στασίδια, στις αναπαραστάσεις στον καθεδρικό ναό του Μπρίστολ, εκεί που θεωρείται χάρισμα η ικανότητα να οδηγείς τους πιθήκους στην κόλαση."