Του Νίκου Φιλιππίδη

Οι κίνδυνοι παραμένουν. Ουδείς για παράδειγμα μπορεί να εκτιμήσει τις επιπτώσεις για την Ελλάδα ενός σκληρού brexit, ούτε βέβαια τις επιπτώσεις από τον εντεινόμενο παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο ή την πιθανή ανάφλεξη της έντασης μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν. Εγχωρίως, παρά το γεγονός ότι όλοι επιχαίρουν για την επανεκκίνηση σημαντικών ιδιωτικών επενδύσεων, ουδείς ωστόσο μπορεί να δεσμευτεί ότι θα ξεκινήσει μέσα στην επόμενη διετία έστω και ένα από τα μεγάλα δημόσια έργα. Από αυτά δηλαδή με υψηλή προστιθέμενη αξία, όπως η γραμμή 4 του μετρό ή ο Βόρειος Οδικός Άξονας στην Κρήτη.

Κι όμως οι αγορές επιλέγουν να βλέπουν μισογεμάτο το ποτήρι και προεξοφλούν αναπτυξιακή έκρηξη για την Ελλάδα άνω του 3%, ενδεχομένως και κοντά στο 4%, για το 2020 για μια σειρά από λόγους. Traders που παρακολουθούν στενά την Ελλάδα επί χρόνια, παραλληλίζουν από οικονομικής άποψης την συγκυρία με τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν οι ρυθμοί ανάπτυξης έφταναν και ξεπερνούσαν ετησίως το 7%.

Με μόνη εξαίρεση τους κινδύνους από το διεθνές περιβάλλον, εκτιμούν ότι οι ενδείξεις δείχνουν ότι έρχεται αναπτυξιακό άλμα, το οποίο υπό προϋποθέσεις μπορεί να εξελιχτεί και σε «τυφώνα» ανάπτυξης:  Οι τράπεζες ξεφορτώνουν μέσα στο 2020 πάνω από τα μισά κόκκινα δάνεια, η εμπιστοσύνη επιστρέφει, εμβληματικές επενδύσεις ξεπαγώνουν, οι μεταρρυθμίσεις «τρέχουν» και ακόμα και ο «στενός κορσές» του δημοσιονομικού πλαισίου δείχνει να χαλαρώνει αν όχι πλήρως από το 2020, σίγουρα από το 2021.

Όλα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τους σημερινούς του 2%. Η «απογείωση», προσθέτουν, μπορεί να έρθει μόνο μέσα από το ξεκλείδωμα των αναβαθμίσεων από τους οίκους αξιολόγησης με τελικό στόχο την επενδυτική βαθμίδα. Όταν συμβεί και το τελευταίο τότε η Ελλάδα θα επανεπιβεβαιωθεί ως μια αναπτυσσόμενη αγορά σκληρού νομίσματος με θεσμική αξιοπιστία ευρωπαϊκής κλάσης και το ΑΕΠ θα βρίσκεται πολύ κοντά εκεί που το βρήκε η κρίση του 2010.