Του Γιώργου Καρανίκα*

Το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού και οι συνακόλουθες επιπτώσεις της σε παγκόσμια κλίμακα συνιστούν μία τομή ιστορικής σημασίας που αμφισβητεί σε πολύ μεγάλο βαθμό παγιωμένες για δεκαετίες οικονομικές, κοινωνικές και θεσμικές πρακτικές. Εκ των πραγμάτων, η ίδια η φύση της πανδημίας ως ενός γεγονότος που βρήκε το σύνολο των κρατών του κόσμου λιγότερο ή περισσότερο προετοιμασμένων, διαμορφώνει μια ιδιαίτερα δυσοίωνη μελλοντική εξέλιξη για τις οικονομίες, στο βαθμό που κάθε μέρα που περνά οι αρμόδιοι φορείς, μεταβάλλουν προς το χειρότερο τις οικονομικές τους προβλέψεις.

Γίνεται πλέον κατανοητό ότι βαίνουμε προς μία νέα κρίση, βαθύτερη από την προηγούμενη, η οποία δημιουργεί μια κλιμακούμενη αβεβαιότητα τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον. Μια νέα κρίση θα συνοδευτεί πιθανότατα και από μία κοινωνική κρίση, η οποία πέρα από τον κίνδυνο φτωχοποίησης ενός μέρους του πληθυσμού, θα απειλήσει την κοινωνική συνοχή και τη σταθερότητα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να προετοιμαστούμε από τώρα, να είμαστε αποφασιστικοί στις αντιδράσεις μας, να εντοπίσουμε έγκαιρα τους τρόπους με τους οποίους θα μετριάσουμε τις αρνητικές τάσεις.

Όπως και στην κρίση του 2008-2010, έτσι και τώρα η μικρομεσαία εμπορική επιχείρηση βρίσκεται στο επίκεντρο της θύελλας. Αναπόφευκτα οι εμπορικές αγορές, όντας κατεξοχήν πεδία συνάθροισης ανθρώπων και οικονομικών και κοινωνικών ανταλλαγών, ήταν από τις πρώτες στις οποίες επιβλήθηκε το lockdown και η πρακτική της κοινωνικής απόστασης. Ειδικότερα στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου οι κατά τόπους εμπορικές αγορές συνιστούσαν καθοριστικούς κόμβους για την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή ολόκληρων πόλεων, το «πάγωμα» του ανοικτού εμπορίου αντανακλά και ένα (προσωρινό) «πάγωμα» της εν γένει κίνησης σε αυτές.

Η εμπορική επιχειρηματικότητα βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της εθνικής μάχης και θα συνεχίσει να παλεύει. Ωστόσο, μετά τη μάχη του κορονοϊού ακολουθεί η μάχη της οικονομικής ανάκαμψης και είναι απαραίτητο να δοθούν τα απαραίτητα εργαλεία στους Μμε επιχειρηματίες ώστε να διεκδικήσουν για την επόμενη μέρα το μέλλον τους.

Η επιβίωση της Μμε εμπορικής επιχείρησης στην επόμενη μέρα θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένας εθνικός στόχος. Και αυτό γιατί το εμπόριο είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομικής δομής, μία από τις βαριές μεταβλητές της ελληνικής οικονομίας. Το 2019, παρά τις πιέσεις που δέχτηκε  καθ’ όλη τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, συνέχισε να είναι ο σημαντικότερος εργοδότης της χώρας με μερίδιο 17,3% στη συνολική απασχόληση.

Οι έλληνες έμποροι επέδειξαν μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, διότι είναι κληρονόμοι και φορείς μιας μακρόχρονης επιχειρηματικής εμπειρίας. Είναι γεγονός επίσης, ότι η ζωτικότητα μιας τοπικής οικονομίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύπαρξη Μμε επιχειρήσεων. Υπ’ αυτήν την έννοια, η παρακμή της Μμε επιχείρησης θα επιδράσει στην κοινωνική συνοχή και ειρήνη, αφού θα στερήσει θέσεις εργασίας από την αγορά εργασίας, φορολογικά έσοδα και ασφαλιστικούς πόρους από το κράτος και χρήμα από το οικονομικό κύκλωμα που κινείται πέριξ του εμπορίου (μεταποίηση, μεταφορές κλπ.). Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να υπάρξει ένα συνολικό σχέδιο για την προστασία της Μμε εμπορικής επιχείρησης, έτσι ώστε να αποφευχθούν εξελίξεις που θα έχουν πολύπλευρες και πολυεπίπεδες συνέπειες.  

Ο Γιώργος Καρανίκας είναι πρόεδρος της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ).