
Θα κάνω δύο βασικές επισημάνσεις σχετικά με σημασία της πρωτοβουλίας αυτής για το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία των πολιτών και θα διατυπώσω δύο προτάσεις.
Πρώτη επισήμανση, στην ελληνική πολιτική τα κόμματα και οι ηγεσίες διαχρονικά επιφύλαξαν έναν κατά κανόνα παθητικό ρόλο στους υποστηρικτές τους, ο οποίος σε ένα βαθμό ίσως εξηγεί την καχεξία της κοινωνίας των πολιτών.
Οι δομές των κομμάτων οργανώνονται με βάση πρότυπα συγκεντρωτικής, λαϊκιστικής ηγεσίας. Σφυρηλατήθηκε, λοιπόν, ένα πρότυπο της ιδιότητας του πολίτη στενά συνδεδεμένο με τις προτεραιότητες της κομματικής οργάνωσης και τους σκοπούς της. Τα κόμματα διείσδυσαν σε κάθε σφαίρα της δημόσιας ζωής για να ευνοήσουν την κομματική επικράτηση. Με τον τρόπο αυτό, περιόρισαν σημαντικά τη δημόσια σφαίρα και την προοπτική μίας περισσότερο αυτόνομης εμπλοκής των πολιτών με τα κοινά. Παράλληλα, καλλιέργησαν μία νοοτροπία παθητικότητας για την επίλυση προβλημάτων της κοινωνικής ζωής, τα οποία μοιρολατρικά μετατέθηκαν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα στη δικαιοδοσία του κρατικού μηχανισμού.
Δεύτερη επισήμανση, το κράτος πρόνοιας που συγκροτήθηκε ουδέποτε αξιολογήθηκε σοβαρά ως προς την αποτελεσματικότητά του στην αντιμετώπιση της φτώχειας, στην εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης για κάθε πολίτη, στη διασφάλιση ισότιμων δυνατοτήτων προόδου για όλους σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητές τους.
Δεν είναι μόνον η διαφθορά που αποκαλύπτεται καθημερινά για περιπτώσεις αδικαιολόγητης καταχώρισης αναξιοπαθούντων. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι πολλές οργανωμένες λειτούργησαν προσοδοθηρικά αποσπώντας προνόμια και ανταμοιβές λόγω της ιδιαίτερης σχέσης τους προς τους κυβερνώντες ή των μέσων πίεσης που διέθεταν. Το κράτος ουδέποτε απέκτησε μία ακριβή εικόνα των πραγματικά ασθενέστερων στρωμάτων. Οι κυβερνήσεις και η δημόσια διοίκηση δεν αξιοποίησαν τα επιτυχημένα εργαλεία, τις πολιτικές και τους θεσμούς άλλων ευρωπαϊκών κρατών.
Το κενό του κράτους πρόνοιας κάλυψε κατά παράδοση (και ηρωικώς) η ελληνική οικογένεια, η οποία πάντοτε παρείχε σοβαρή στήριξη στα νεώτερα και πλέον αδύναμα μέλη της. Όλοι νομίζω είμαστε κοινωνοί (και προνομιούχοι) αυτού του άτυπου κράτους πρόνοιας.
Ωστόσο, τα ανθρωπιστικού χαρακτήρα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πρόσωπα και οικογένειες στην κοινωνία σήμερα λόγω της κρίσης αποτελούν το εφαλτήριο για να αναθεωρήσουμε τα κακώς κείμενα που αναφέρονται στις δύο παραπάνω επισημάνσεις. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να εστιάσουμε σε τρία σημεία:
Πρώτη πρόταση, η περίοδος της πατερναλιστικής και συγκεντρωτικής ηγεσίας, των άκριτων, παθητικών και πειθήνιων υποστηρικτών έχει παρέλθει. Σε οποιοδήποτε κόμμα και αν στραφούν πλέον οι πολίτες πρέπει να απαιτήσουν εγγυήσεις συμμετοχικότητας, λογοδοσίας, θέσεις και προγράμματα υψηλής και μετρήσιμης κοινωνικής ωφέλειας.
Δεύτερη πρόταση, ο ρόλος του κράτους δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Η αναποτελεσματικότητα και ανυπαρξία του κράτους στην παροχή κοινωνικής προστασίας και ασφάλειας οδηγεί και σε φαινόμενα εξτρεμιστικού ακτιβισμού.
Από την πλευρά, το κράτος μπορεί να αποκτήσει μία λογική συν-εταιρικής σχέσης και συν-ευθύνης με τις επιχειρήσεις (εταιρική κοινωνική υπευθυνότητα), τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, τα μέσα ενημέρωσης για ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, όπως η αξιοπρεπής διαβίωση των πολιτών και η αειφόρος ανάπτυξη. Τα μέσα ενημέρωσης, ο ΣΚΑΙ αποτελεί περίτρανο παράδειγμα, μπορούν να διαδραματίσουν ένα ουσιαστικό κοινωνικό ρόλο στην κατεύθυνση αυτή αποτελώντας όχι απλώς τον επικοινωνιακό δίαυλο, αλλά και τον φορέα αξιών.
Καταλήγοντας, το ερώτημα «Όλοι μαζί μπορούμε;» υποκρύπτει μία ανησυχία και μία διάθεση αποφυγής εξωραϊσμών. Δεν γνωρίζω το βαθμό στον οποίο οι συνθήκες κρίσης δημιουργούν ένα σώμα πολιτών που εμπράκτως επιθυμούν την εδραίωση της αλληλεγγύης, την αλλαγή κατεστημένων νοοτροπιών και την ανάταξη της χώρας, το οποίο θα καταφέρει να υπερνικήσει τις δυνάμεις αδράνειας, οπισθοδρόμησης και ιδιώτευσης που ενδημούν στην κοινωνία.
Για να γίνει αυτό, νομίζω ότι τέτοιες πρωτοβουλίες (δενδροφύτευση, καθαρισμοί, συλλογή τροφίμων) πρέπει να έχουν συνέχεια σε άλλα πεδία στα οποία σήμερα πρέπει να επιδείξουμε καινοτομία και επινοητικότητα. Για παράδειγμα, στην τόνωση της κοινωνικής επιχειρηματικότητας και του αλληλέγγυου εμπορίου με προτεραιότητα στις ακριτικές και δυσπρόσιτες περιοχές, την αναβάθμιση της παιδείας (με ένα κίνημα βιβλιοφιλίας, με εξ αποστάσεως επικουρικά διδακτικά προγράμματα). Σε κάθε περίπτωση δεν ισχύει ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα», αλλά κάθε ενέργεια πρέπει να διακρίνεται από διαφάνεια, λογοδοσία και αξιολόγηση των μέσων και των στόχων. Αυτό είναι απαραίτητη συνθήκη για να ανακτηθεί το μείζον ζητούμενο στην ελληνική κοινωνία: η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τα πρόσωπα.
* Ο κ. Μάνος Γ. Παπάζογλου είναι Λέκτορας Πολιτικών Συστημάτων στο Παν/μιο Πελοποννήσου (Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Σύγχρονη Πολιτική Ηγεσία. Κρίση και Νέα Θεμέλια Διακυβέρνησης - εκδόσεις Παπαζήση)

Δείτε ζωντανά
Ακούστε ζωντανά















Follow @skaigr