
Η Ουάσινγκτον εκτιμά ότι η αυξανόμενη οικονομική δύναμη της Τουρκίας, η γεωγραφική της θέση και το μοντέλου του μετριοπαθούς πολιτικού Ισλάμ, την καθιστούν “φυσικό εταίρο” για μια στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό είναι το συμπέρασμα της U.S. Turkey Relations, ειδικής επιτροπής, που συνέταξε ειδική έκθεση, υπό την προεδρία της πρώην υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάντελέιν Όλμπράϊτ, και του πρώην συμβούλου ασφαλείας του Λευκού Οίκου, Στίβεν Χάντλεϊ.
Οι Αμερικανοί θεωρούν ότι αυτό που καθιστά την Τουρκία εξαιρετικά σημαντική, είναι η θέση της, ως φυσική και συμβολική γέφυρα μεταξύ Δύσης, Αραβικού και Μουσουλμανικού κόσμου. Για παράδειγμα η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα εναντίον του καθεστώτος ’σαντ, πόσο μάλλον να προχωρήσει σε μια στρατιωτική επέμβαση κατά της Συρίας χωρίς τη βοήθεια της ’γκυρας. Επιπλέον η Τουρκία θεωρείται θετικό πολιτικό πρότυπο διακυβέρνησης για χώρες, όπως η Τυνησία, η Λιβύη και η Αίγυπτος. Το ισλαμικών ριζών κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης της Τουρκίας, κυβερνά με επιτυχία μια χώρα που έχει ρυθμό ανάπτυξης 10%. Η Τουρκία αποτελεί για τους Αμερικανούς απτό παράδειγμα ύπαρξης ενός μεσαίου χώρου μεταξύ, αυταρχικής διακυβέρνησης και Σαρία.
Ο Στίβεν Χάντλεϊ, μιλώντας για τις προοπτικές της Τουρκίας, τη χαρακτήρισε “μια από τις πέντε ή έξι σημαντικότερες χώρες στον κόσμο”. H Τουρκία είναι 17η παγκοσμίως σε σχέση με το ΑΕΠ, 15η σε στρατιωτικές δαπάνες, και 18η σε πληθυσμό. Ανήκει πλέον ξεκάθαρα στις αναδυόμενες δυνάμεις, ανήκει στην Ομάδα των 20 πλουσιοτέρων χωρών του κόσμου, ενώ ενισχύει τη διπλωματική και πολιτική παρουσία της σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, καθώς φυσικά και τον ΟΗΕ. Παρά τη διπλωματική ένταση με το Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν θετική εξέλιξη την ενισχυμένη διπλωματική παρουσία της Τουρκίας.
Όπως αναφέρει ξεκάθαρα η έκθεση της ειδικής επιτροπής της αμερικανικής κυβέρνησης, τα συμφέροντα ’γκυρας – Ουάσινγκτον ταυτίζονται σε πολλά τοπικά αλλά και παγκόσμια ζητήματα, όπως η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, η σταθερή ροή πετρελαίου και ενέργειας προς τη Δύση και την Ευρώπη, ο περιορισμός των όπλων μαζικής καταστροφής, η καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας, το εμπόριο και οι επενδύσεις. Η πρόκληση για τους Αμερικανούς είναι να αναπτύξουν κοινές στρατηγικές και στόχους με την Τουρκία, έχοντας ως επιτυχές παράδειγμα το στρατηγικό και οικονομικό διάλογο της Ουάσινγκτον με το Πεκίνο.
Η αμερικανική έκθεση δεν διστάζει να επικρίνει τις εσωτερικές αδυναμίες και της ελλείψεις στην πολιτική ζωή της Τουρκίας, κατηγορώντας την κυβέρνηση Ερντογάν για αυταρχικές τάσεις και ασφυκτικές πιέσεις προς δημοσιογράφους και δικαστές. Η πολιτική μεταμόρφωση της Τουρκίας χαρακτηρίζεται ατελής, λόγω των “κακών και μη λειτουργικών” σχέσεων της κυβέρνησης με το στρατό. Επίσης η αντιμετώπιση της κουρδικής μειονότητας χαρακτηρίζεται ως “παράδειγμα προς αποφυγή” για τις σύγχρονες πολυεθνικές δημοκρατίες της Μέσης Ανατολής. Η έκθεση παροτρύνει την αμερικανική κυβέρνηση να ενισχύσει τους διπλωματικούς και πολιτικούς δεσμούς με την Τουρκία και να προωθήσει την ψήφιση ενός νέου τουρκικού συντάγματος που θα “εμβαθύνει” τη δημοκρατία.
Πάντως η αναβάθμιση των αμερικανό – τουρκικών σχέσεων χαρακτηρίζεται επείγουσα, καθώς η ειδικοί του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών χαρακτηρίζουν την Ευρώπη, διχασμένη, αδύναμη οικονομικά και εσωστρεφή, απασχολημένη με την κρίση στην Ευρωζώνη, και τις μακροοικονομικές δυσκολίες, την ώρα που πολλοί Τούρκοι αμφισβητούν πλέον την αναγκαιότητα ένταξης της πατρίδας τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έκθεση προτρέπει να αμερικανική κυβέρνηση να προωθήσει βαθύτερους εμπορικούς δεσμούς με την Τουρκία και να την ανταμείψει, με μια διμερή συμφωνία ελευθέρου εμπορίου, λόγω της μεγάλης συμβολής και προσφοράς της ’γκυρας, μέσω ΝΑΤΟ, στον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Το κείμενο της έκθεσης ολοκληρώνεται μιλώντας για την ανάγκη δημιουργίας εποικοδομητικών σχέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών με τις αναδυόμενες δυνάμεις όπως είναι η Βραζιλία, η Ινδία, η Κίνα, η Ρωσία και η Τουρκία.

Δείτε ζωντανά
Ακούστε ζωντανά















Follow @skaigr