
Λαμβάνοντας την απόφαση αυτή ο Αντώνης Σαμαράς επέλεξε να γυρίσει την πλάτη σε ένα δοκιμασμένο μοντέλο πολιτικής επικοινωνίας το οποίο είχαν χρησιμοποιήσει επιτυχώς αρκετοί πολιτικοί, Έλληνες και μη, πριν από εκείνον.
Αν και στην αρχή - με την άρνησή του να ψηφίσει το πρώτο μνημόνιο και με το ΠΑΣΟΚ να κλυδωνίζεται επικίνδυνα - φάνηκε πως οι χειρισμοί του μπορεί και να αποδώσουν καρπούς, σύντομα ο πρόεδρος της ΝΔ εγκλωβίστηκε.
Με το ΠΑΣΟΚ να βυθίζεται σε δημοτικότητα λόγω των ατυχέστατων, ερασιτεχνικών χειρισμών που οδήγησαν τελικά τη χώρα ως ικέτη στο μηχανισμό στήριξης, ο πρόεδρος της ΝΔ απέρριπτε το μνημόνιο πιστεύοντας ότι είναι πρόβλημα της κυβέρνησης Παπανδρέου και συνέχισε ακάθεκτος τη ρητορική του περί συσπείρωσης του αμιγώς δεξιού πολιτικού χώρου.
Ούτε οι διαρροές στελεχών και κυρίως της Ντόρας Μπακογιάννη που ψήφισε υπέρ του πρώτου μνημονίου θορύβησαν τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Αλλά ούτε και η λογική σκέψη, ότι με το ΠΑΣΟΚ σε ελεύθερη πτώση σύντομα οι πίεσεις των εταίρων της χώρας μας για δημοσιονομική εξυγίανση θα εντείνονταν προς τη ΝΔ, τον έκαναν να αλλάξει πλεύση.
Εν τέλει η στροφή του Αντώνη Σαμαρά με την απόφαση να στηρίξει το δεύτερο μνημόνιο μαζί με τις νέες διαρροές στελεχών από το κόμμα του, οδήγησαν τη ΝΔ στο ιστορικό χαμηλό του 19% στις εκλογές της έκτης Μαϊου. Ταυτόχρονα τα αντιφατικά μηνύματα που εξέπεμψε ο πρόεδρος της ΝΔ – τη μία στιγμή διαγράφοντας στελέχη που ψήφισαν το πρώτο μνημόνιο και μερικούς μήνες αργότερα κάνοντας ακριβώς το ίδιο με στελέχη που δεν ψήφισαν το δεύτερο μνημόνιο – επέτεινε τη σύγχυση των ψηφοφόρων.
Θορυβημένος και ταπεινωμένος από το εκλογικό αποτέλεσμα ο πρόεδρος της ΝΔ αποφάσισε – δίχως να έχει άλλες ουσιαστικές επιλογές – να κάνει μία ακόμα στροφή 180 μοιρών, αυτή τη φορά σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες να επανενώσει τον ευρύτερο χώρο της κεντροδεξιάς.
Οι εκλογές άλλωστε απέδειξαν ότι η προσέγγισή του ήταν εξαρχής λάθος. Ακόμα και εκείνοι που επέλεξαν να στηρίξουν τη ΝΔ, έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης σε φιλελεύθερους υποψήφιους όπως ο Κώστας Χατζηδάκης και όχι σε εκπροσώπους της παραδοσιακής δεξιάς. Ένα μεγάλο ποσοστό από το 18% που έμεινε εκτός βουλής ανήκει στο χώρο του κέντρου με μικρές παραλλαγές. Η Δημοκρατική Συμμαχία, η Δράση αλλά και το νεόκοπο κόμμα Δημιουργία Ξανά, εκφράζουν την κεντροδεξιά, με τους οικολόγους πράσινους να εκφράζουν επίσης το κέντρο ευρισκόμενοι πιο κοντά ιδεολογικά στο ΣΥΡΙΖΑ.
Ο Αντώνης Σαμαράς αγνόησε τα μαθήματα του παρελθόντος και πλήρωσε το τίμημα. Ο προκάτοχός του, μετά την οδυνηρή ήττα στις εκλογές του 2000, αντιλήφθηκε το αυτονόητο: ότι η παραδοσιακή δεξιά δεν αποτελεί πλέον πόλο εξουσίας, εν πολλοίς γιατί το αντίπαλο δέος, το ΠΑΣΟΚ, είχε αλλάξει ριζικά από τον Κώστα Σημίτη.
Ο Σημίτης αποφάσισε να αφήσει πίσω του το κρατικοδίαιτο σοσιαλιστικό μοντέλο του παρελθόντος και μεταμόρφωσε το ΠΑΣΟΚ κάνοντας άνοιγμα στο μεσαίο πολιτικά χώρο ενσωματώνοντας φιλελεύθερες πολιτικές αλλά διατηρώντας ταυτόχρονα – περισσότερο για συναισθηματικούς λόγους – και σοσιαλιστικά στοιχεία στη ρητορική του.
Κάτι αντίστοιχο έκανε και ο Καραμανλής μετά την αποτυχία του 2000. Οι αναφορές του σε μία κυβέρνηση «για όλους τους Έλληνες όπου κι αν εκείνοι πρόσκεινται πολιτικά» ήταν μέρος του σχεδίου.
Αυτή η τακτική της πολιτικής επικοινωνίας βεβαίως δεν αποτέλεσε εφεύρεση του Κώστα Σημίτη και του Καραμανλή. Η μέθοδος της «τριγωνοποίησης της πολιτικής» (politics triangulation) ήταν το πνευματικό παιδί του Dick Morris, ο οποίος σχεδίασε τη νικηφόρα εκστρατεία του Bill Clinton στις προεδρικές εκλογές του 1996.
Ο Morris τότε επέμεινε ότι ο Κλίντον έπρεπε να μη διστάσει να υιοθετήσει πολιτικές που παραδοσιακά εκφράζονται από τους Ρεπουμπλικάνους. ¨Οταν ο αντίπαλος του, Bob Dole, πρότεινε δραστικές περικοπές στη φορολογία, ο Κλίντον δε δίστασε να του επιτεθεί υποστηρίζοντας ότι η πρόταση αυτή θα εκτινάξει τα ελλείμματα της κυβέρνησης τα οποία ο ίδιος είχε μειώσει σημαντικά στην πρώτη του θητεία.
Αν και δεν ήταν χαρακτηριστική κίνηση από πολιτικό των Δημοκρατικών – καθώς παραδοσιακά οι Δημοκρατικοί ήταν εκείνοι που πρότειναν περικοπές στη φορολόγηση των χαμηλόμισθων – απέδωσε καρπούς και προσέλκυσε Ρεπουμπλικάνους ψηφοφόρους.
Με την τριγωνοποίηση ο Κλίντον έδειξε πολιτική ευελιξία και κέρδισε τους Ρεπουμπλικάνους στο ίδιο τους το παιχνίδι. Χρησιμοποίησε τα παραδοσιακά δυνατά σημεία του προγράμματός τους προς όφελος του. Με τον τρόπο αυτό ο Κλίντον έκανε άνοιγμα σε όλο το πολιτικό φάσμα και κυρίως στο χώρο του κέντρου.
Πολλές από τις μεθόδους του Κλίντον στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας υιοθέτησαν αυτούσιες οι «Νέοι Εργατικοί» (New Labour) του Tony Blair, στην προσπάθειά τους να μεταμορφωθούν ως πολιτική δύναμη εξουσίας για πρώτη φορά μετά από 18 χρόνια.
Ο Αντώνης Σαμαράς συνειδητοποίησε εσχάτως ότι η μέθοδος της τριγωνοποίησης είναι μονόδρομος. Άλλωστε το κόμμα της ΝΔ μπορεί μόνο να ελπίζει στην προσέλκυση ψηφοφόρων από το κέντρο και όχι από την ακροδεξιά, οι ψηφοφόροι της οποίας είναι σαφώς λιγότεροι αλλά και ιδιαίτερα απρόβλεπτοι. Στις πρόσφατες εκλογές η ακροδεξιά, δηλαδή η Χρυσή Αυγή και ο ΛΑ.Ο.Σ. προσέλκυσαν ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από το 9,5%.
Το διαφαινόμενο άνοιγμα του Αντώνη Σαμαρά προς τη Ντόρα Μπακογιάννη, το Στέφανο Μάνο και τις ευρύτερες δυνάμεις της κεντροδεξιάς είναι μονόδρομος εαν επιθυμεί η κεντροδεξιά να παρουσιάσει μία ρεαλιστική πρόταση εξουσίας ξανά.
Ακόμα κι αυτό ωστόσο ενδέχεται να μην είναι αρκετό. Οι εκπρόσωποι της κεντροδεξιάς οφείλουν να ακούσουν το μήνυμα των εκλογών και να τοποθετήσουν ψηλά στην ατζέντα τους, με τρόπο που δε θα διακυβεύει την πορεία της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, τα μείζονα προβλήματα της ανεργίας, της ύφεσης, αλλά και να παρουσιάσουν ένα βιώσιμο και ρεαλιστικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής δίχως νέους φόρους και περικοπές σε μισθούς και συντάξεις.
Πρέπει για παράδειγμα να προσπαθήσουν να πείσουν τους πολίτες ότι έχουν σχέδιο για την ποιοτική ανασυγκρότηση του δημοσίου για το οποίο κάνει τόσο λόγο ο ΣΥΡΙΖΑ δίχως να έχει ακόμα συγκεκριμένη πρόταση.
Βεβαίως αυτό αποτελεί και τεράστια πρόκληση λόγω του αμαρτωλού παρελθόντος της κεντροδεξιάς που μαζί με το ΠΑΣΟΚ πρωταγωνίστησαν στο ξεχαρβάλωμα του δημοσίου.
Στην κατάσταση που βρίσκεται η χώρα το στοίχημα της ήπιας προσαρμογής έχει πλέον χαθεί, ωστόσο μετά την πρόσφατη αλλαγή προέδρου στη Γαλλία αλλά και την παραδοχή πολλών Ευρωπαίων ότι χρειάζονται πολιτικές για την ανάσχεση της ύφεσης, υπάρχει τουλάχιστον πεδίο προς διερεύνηση.
Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει πλέον, μετά το χαστούκι των εκλογών, είναι κατά πόσο μπορεί ο Αντώνης Σαμαράς – που θεωρείται από πολλούς πολιτικό απολίθωμα της παραδοσιακής δεξιάς – να ηγηθεί μίας ενωμένης κεντροδεξιάς παράταξης.
Η δε πρόσφατη απόφασή του να συμπεριλάβει στα ψηφοδέλτια της ΝΔ πρόσωπα που έχουν ταυτιστεί με τη διαπλοκή δυσχεραίνει ακόμα περισσότερη την όψιμη πρωτοβουλία του για την συνένωση των κεντροδεξιών, φιλελεύθερων δυνάμεων.
Εαν η προσπάθεια του Σαμαρά αποδώσει καρπούς οι φιλελευθερες δυνάμεις που θα πορευθούν μαζί θα πρέπει να βρουν ικανοποιητικές απαντήσεις για να αντικρούσουν τις – υπό διαμόρφωση - προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Οφείλουν δηλαδή να κάνουν αυτό που δεν έγινε έως τώρα: να εκπονήσουν ένα πρόγραμμα περιορισμού των ελλειμμάτων αλλά και ανάπτυξης το οποίο όμως δε θα υπαγορευθεί στο σύνολό του από τους πιστωτές της χώρας. Η ελληνική κυβέρνηση άλλωστε, όποια κι αν θα είναι αυτή, γνωρίζει καλύτερα ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζει καλύτερα τις παθογένειες του συστήματος και να προσαρμόσει αναλόγως το πρόγραμμα στα ελληνικά δεδομένα.
Θα πρέπει επίσης να αναδείξουν νέα στελέχη προκειμένου να επιχειρήσουν να ανανεώσουν εκτός από πολιτικά και σε επίπεδο προσώπων το χώρο τους. Και η ανανέωση δε μπορεί να γίνει με πολιτικούς που πήραν το χρίσμα από τη ΝΔ λόγω των στενών δεσμών της οικογένειάς τους με το κόμμα. Ο Αντώνης Σαμαράς πλήρωσε και την εμμονή του σε πολιτικούς που θεωρούνται από τους πολίτες υπεύθυνοι για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα, κάνοντας τη ρητορική του περί ανανέωσης να ακούγεται σαν κακόγουστο αστείο.
Η «ανανέωση» του Αντώνη Σαμαρά ήταν εξίσου μεγάλη έκφραση λαϊκισμού με τις εύκολες λύσεις για την πορεία της χώρας που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ με την εθνικοποίηση των τραπεζών και τη διαγραφή του χρέους.
Το βασικό ερώτημα ωστόσο παραμένει και αφορά πρωτίστως στον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας. Μπορεί να συσπειρώσει την κεντροδεξιά και να δώσει ελπίδα στους πολίτες για ένα καλύτερο μέλλον; Όλα τα δεδομένα δείχνουν πως αυτό είναι πέρα από τις δυνάμεις του.

Δείτε ζωντανά
Ακούστε ζωντανά














Follow @skaigr