Έν αμηχανία βρίσκεται η ελληνική κυβέρνηση καθώς βλέπει να αναζωπυρώνονται οι πιέσεις για τα εθνικά μας θέματα, σε μια χρονική στιγμή που η χώρα έχει καταρρακωμένο το διεθνές της κύρος και έξ´ αυτού αδυναμία διαπραγματευτικής ισχύος.
Μα κυβέρνηση ειδικής μορφής που συστάθηκε για ειδικό σκοπό και για συγκεκριμένο χρόνο, βρίσκεται υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει χρονίζοντα και επιβαρυμένα θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Την Τετάρτη, ο πρωθυπουργός Λ. Παπαδήμος και ο υπουργός Εξωτερικών Στ. Δήμας, δέχτηκαν τον ειδικό απεσταλμένο για το σκοπιανό Μάθιου Νίμιτς, ενώ δεν είχε σβήσει ο απόηχος της επίσκεψης του Γ.Γ του ΝΑΤΟ Αντερς Φογκ Ρασμούσεν. Στην όχι και διαφωτιστική ανακοίνωση που εξέδωσε το ΥΠΕΞ μετά την συνάντηση Δήμα – Νίμιτς, αναφέρεται: «Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη δημιουργίας κατάλληλου κλίματος μεταξύ των δύο χωρών, που θα επιτρέψει την επίτευξη προόδου. Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική πλευρά εξέφρασε την ανησυχία της για τις συνεχιζόμενες ενέργειες και δηλώσεις που επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα και υπονομεύουν τις προοπτικές των διαπραγματεύσεων» .
Είχαν προηγηθεί οι επιστολές του πρωθυπουργού της FYROM Ν. Γκρούεφσκι προς τον έλληνα ομόλογό του Λ. Παπαδήμο και του προέδρου της γειτονικής χώρας Γκ. Ιβανόφ προς τον ημέτερο Κ. Παπούλια. Ο μεν Σκοπιανός πρόεδρος ζητούσε από τον κ Παπούλια την στήριξη της Ελλάδας για την ένταξη της ΠΓΔΜ στη Βορειοατλαντική συμμαχία, υπό την προσωρινή ονομασία που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, παρότι υπάρχει απόφαση η χώρα να μπει εφόσον λυθεί το θέμα του ονόματος. Αρκετά πιο προκλητικός ο κ. Γκρούεφσκι καλούσε τον κ. Παπαδήμο να συναντηθούν «στα Σκόπια, τη Δημοκρατία της Μακεδονίας»(!), ενώ δεν έχει ανταποκριθεί στην αντιπρόταση του έλληνα πρωθυπουργού για συνάντηση στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής , 1-2 Μαρτίου, στις Βρυξέλλες.
Όλα αυτά δεν γίνονται ένα κενώ. Ο καιρός εγγύς, καθώς πλησιάζει η Σύνοδος του ΝΑΤΟ όπου δεν αποκλείεται να τεθεί εκ νέου θέμα εισόδου της γειτονικής χώρας, οποία δεν έχει κάνε κανένα βήμα προς οικοδόμηση σχέσεων καλής γειτονίας, και παρότι θέση της συμμαχίας αποτελεί η ένταξη κατόπιν επίλυσης του ονόματος. Επιχειρήματά της είναι ότι ως μικρή χώρα η ένταξή της σε υπερεθνικούς θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε. Θα λειτουργήσει σταθεροποιητικά, ενώ μα τέτοια ένταξη θα βοηθούσε και την Ελλάδα καθώς θα ενίσχυε «περαιτέρω τη ζώνη ασφάλειας, τη σταθερότητα και τη δημοκρατία στην Νοτιοανατολική Ευρώπη», όπως λέει στην επιστολή του κ. Γκρούεφσκι. Τα επιχειρήματα αυτά πάντως, έγιναν ευμενώς δεκτά από τον τουρκικό παράγοντα μετά την συνάντηση Γκρούεφσκι με την τουρκική ηγεσία Γκιουλ-Ερντογάν, ενώ βρήκαν αντίσταση από την γερμανίδα καγκελάριο Α. Μέρκελ, η οποία διεμήνυσε στον σκοπιανό πρωθυπουργό «πρώτα βρείτε τα με την Ελλάδα».
Το πρόβλημα εντοπίζεται στην Ελλάδα πολλαπλώς:
-Η διπλωματική δύναμη είναι πάντα συνάρτηση της οικονομικής ευρωστίας, κακή χώρα μας βρίσκεται στο ναδίρ.
-Η κυβέρνηση, αναγκαστικής συγκυβέρνησης, δεν έχει ενιαία άποψη. Κοινό υπόβαθρο έχει μόνο την παλιά σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, ωστόσο είναι μια απόφαση η οποία έχει ξεπεραστεί από την ζωή, λόγω της αναγνώρισης του κρατιδίου εκ μέρους των περισσότερων χωρών του πλανήτη.
-Ο υπουργός Εξωτερικών δεν έχει εντολή από τον αρχηγός του κόμματος Α. Σαμαρά, ο οποίος έπαιξε ενεργό ρόλο τότε στην εμπλοκή της υπόθεσης.
-Τέλος, ο πρωθυπουργός, ικανός τεχνοκράτης, είναι αμφίβολο κατά πόσο έχει την κατάλληλη τεχνογνωσία, την θεωρητική επάρκεια και την γνώση γεωπολιτικών παραμέτρων, ώστε να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο ζήτημα- που άλλωστε δεν είναι το μόνο.
Δυο εβδομάδες πριν την Σύνοδο του ΝΑΤΟ ο Γ.Γ. του ΟΗΕ προετοιμάζει σύνοδο για την επίλυση του Κυπριακού. Η διάσκεψη θα βρει την Κύπρο αναβαθμισμένη γεωπολιτικά, μετά την στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ στην εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου πλούτου των δύο χωρών. Ωστόσο η Ελλάδα παραμένει εγγυήτρια δύναμη (σ.σ. Σαν αστείο ακούγεται!) και θα πρέπει να παρουσιαστεί με μια στοιχειωδώς επεξεργασμένη πολιτική.
Στα μέλλοντα υπάρχει ο καθορισμός της ΑΟΖ , η αντιπυραυλική ασπίδα που προωθεί το ΝΑΤΟ και οι τυχόν νέες εκστρατείες του σε εδάφη πέραν της ΝΑ Μεσογείου .
Όλα αυτά, και άλλα που ενδεχομένως θα προκύψουν, είναι πέραν των προδιαγραφών και δυνατοτήτων της παρούσας κυβέρνησης.
Φυσικά το πολιτικό προσωπικό της χώρας, δεν έχει ευτυχίσει στην διαχείριση των εθνικών μας θεμάτων. Όμως αυτό έχουμε και αυτό πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της διαχείρισής τους.