Απόψεις 
Αχιλλέας Τόπας

Γράφει: Αχιλλέας Τόπας

Πλέουμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα

Αχιλλέας Τόπας22/02/2012 | 15:13Τελευταία Ενημέρωση 16:07 23/02/2012

Στην περίπτωση του φιλόδοξου προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων η ρήση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ότι «πλέουμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα» ισχύει στο ακέραιο. Παρά τις επίπονες προσπάθειες του Διευθύνοντος Συμβούλου, Κώστα Μητρόπουλου, και των υπολοίπων μελών του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, η ιδέα της Ελλάδας ως επενδυτικός πόλος έλξης δεν πείθει ακόμα.

Οι λόγοι είναι προφανείς. Ο πρώτος αφορά στη δημοσιονομική κατάσταση που επικρατεί όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Ο δεύτερος λόγος - καθοριστικής σημασίας - είναι η στήριξη του εγχειρήματος των αποκρατικοποιήσεων από την πολιτική ηγεσία. Διότι είναι δουλειά των κυβερνήσεων να συνδράμουν στην προσπάθεια εξαλείφοντας γραφεικοκρατικά, νομικά και τεχνικά εμπόδια που καθιστούν απίθανη ακόμα και την απλούστερη αξιοποίηση ενός κρατικού ακινήτου. Η παρούσα πολιτική ηγεσία αποτελείται από δύο κόμματα σε φθίνουσα πορεία. Το μεν ΠΑΣΟΚ που παρουσιάζει σημάδια αποσύνθεσης είναι ούτως ή άλλως διστακτικό να πουλήσει δημόσια περιουσία, κουβαλώντας την πολιτική «προίκα» δεκαετιών, παρά τις μετοχοποιήσεις κρατικών εταιρειών που έγιναν επί Σημίτη. Η δε Νέα Δημοκρατία δε δείχνει διάθεση να συμβάλλει στο εγχείρημα καθώς φαίνεται πως η προσοχή των στελεχών της βρίσκεται στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Μάλιστα η προχειρότητα με την οποία η προηγούμενη κυβέρνηση όρισε μαζί με την τρόικα έσοδα ύψους 50 δισεκατομμυρίων ευρώ από το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων προκάλεσε μεγάλη σύγχυση και εξέθεσε - για πολλοστή φορά - την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι η χώρα μας είναι ανύπαρκτη στη διεθνή αγορά. «Δε μας ξέρει κανείς» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Κώστας Μητρόπουλος μιλώντας σε ημερίδα πρόσφατα. Το γεγονός ότι το πρόγραμμα είναι άνευ προηγουμένου σε συνδυασμό με το ότι δεν έχει γίνει ποτέ μελέτη για την αξία της ακίνητης περιουσίας προσθέτει ένα ακόμα εμπόδιο. Όπως και η λογική του «ξεπουλήματος» που γιγαντώθηκε κυρίως στα συνδικάτα τις τελευταίες δεκαετίες.

Παρά την αναθεώρηση του στόχου στο σκέλος των εσόδων - διαμορφώνεται πλέον στα 19 δισεκατομμύρια έως το 2015 - δεν είναι λίγοι εκείνοι που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είναι ανέφικτος. Ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Νίκος Καραμούζης είναι ένας από αυτούς. Όπως υποστηρίζει οι αρνητικές συνθήκες που επικρατούν στην αγορά δυσχεραίνουν τις προσπάθειες του Ταμείου Αποκρατικοποιήσεων. Είναι ενδεικτικό ότι οι εισηγμένες ΔΕΚΟ έχουν χάσει περίπου το 50% της αξίας τους το τελευταίο έτος ενώ σε ό,τι αφορά τις μη εισηγμένες η εικόνα είναι τραγική: οι 140 μη εισηγμένες επιχειρήσεις του δημοσίου το 2011 κατέγραψαν ζημιές ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ με το 85% των ελλειμμάτων να προέρχονται από τις ΔΕΚΟ των αστικών συγκοινωνιών του λεκανοπεδίου και από τον ΟΣΕ.

Ο Νίκος Καραμούζης προσθέτει ότι το εγχείρημα των ιδιωτικοποιήσεων θα έχει επιτυχία μόνο εαν το πολιτικό σύστημα το πιστέψει. Στην περίπτωση αυτή όμως το ζήτημα που εγέιρεται είναι ότι οι πολίτες έχουν απωλέσει την εμπιστοσύνη τους στο πολιτικό σύστημα - και όχι αδίκως - καθιστώντας το ουσιαστικά ανήμπορο.

Στο κομμάτι της πολιτικής κάλυψης στέκεται και ο πρώην πρόεδρος του ΟΤΕ Παναγής Βουρλούμης. Κρίνοντας από τη δική του εμπειρία με την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ θεωρεί ότι όλη η διαδικασία πώλησης κρατικών επιχειρήσεων πρέπει ανατεθεί με αμοιβή και με κίνητρο για την επίτευξη της καλύτερης δυνατής τιμής σε διεθνείς καταξιωμένους συμβούλους. «Σε κάθε περίπτωση ο αγοραστής θα πρέπει να κοιτάξει εξονυχιστικά το εργασιακό καθεστώς πριν την πώληση», συμπληρώνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις ΔΕΚΟ θα συνέφερε περισσότερο τον αγοραστή να αποκτήσει την εταιρεία δίχως τους εργαζόμενους.

Αν προσθέσει κανείς τις χρονοβόρες διαδικασίες που απαιτούνται - χρειάζεται σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΤΑΙΠΕΔ 12 με 18 μήνες για να ολοκληρωθεί μία αποκρατικοποίηση - αλλά και τα αμείλικτα ερωτήματα που προκύπτουν όταν ιδιωτικοποιείται μία ΔΕΚΟ και που αφορούν στο εαν το τίμημα είναι προς όφελος του δημοσίου ή όχι, εύκολα γίνεται αντιληπτο ότι τα μέλη του ΤΑΙΠΕΔ έχουν μπροστά τους ένα Γολγοθά.

Η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της Ελλάδας και των εταίρων της τόσο για τη νέα δανειακή σύμβαση όσο και για το PSI, προσφέρει τουλάχιστον μία αχτίδα αισιοδοξίας ότι οι αγορές θα αρχίσουν να κινούνται ανοδικά προσφέροντας ένα διαπραγματευτικό όπλο στα μέλη του ταμείου αποκρατικοποιήσεων.

Η νέα συμφωνία που εξασφαλίζει τη χρηματοδότηση των αναγκών της Ελλάδας δεν λύνει όλα τα προβλήματα όμως. Και κυρίως το πρόβλημα των διαλυμένων δημόσιων υπηρεσιών. Τα μέλη του ταμείου για την πώληση ή την αξιοποίηση κρατικών περιουσιακών στοιχείων με συμβάσεις παραχώρησης, πρέπει να συνεργαστούν με την κτηματική εταιρεία του δημοσίου. Η ΚΕΔ όμως βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Είναι ενδεικτικό ότι το νομικό της τμήμα το οποίο παίζει και καταλυτικό ρόλο στην αποσαφήνιση του νομικού καθεστώτος των δημοσίων ακινήτων ουσιαστικά δεν υφίσταται.

Επίσης, ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο τι είδους μοντέλο θα ακολουθήσει η χώρα μας σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα εαν θα πορευθεί η χώρα μας με το «δυτικό» μοντέλο που προκρίνει τις συμβάσεις παραχώρησης, ή το λεγόμενο «ανατολικό» στο οποίο ευδοκιμεί η ολοκληρωτική αγορά των ακινήτων ή των δημόσιων επιχειρήσεων.

Εν κατακλέιδι η παρούσα κυβέρνηση δε δείχνει ζήλο για το εγχείρημα. Ή εαν δειχνεί δε γίνεται αντιληπτός. Ως εκ τούτου είναι ορατός ο κίνδυνος οι αποκρατικοποιήσεις να εξελιχθούν σε μία «τρύπα στο νερό» και να μη συμβάλλουν ουσιαστικά στη μείωση του δημόσιου χρέους που είναι το ζητούμενο. Το σενάριο αυτό θα είναι καταστροφικό και πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να κινητοποιηθεί το πολιτικό σύστημα στηρίζοντας έμπρακτα το πρόγραμμα και διασφαλίζοντας τα συμφέροντα της χώρας μας. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι το πολιτικό σύστημα δεν έχει πρότερο έντιμο βίο.

Σχόλια
 
Newsdesk
Οι ειδήσεις του SKAI.gr σε πραγματικό χρόνο
ΣΚΑΪ