Η αρχή και το τέλος της άγονης γραμμής
29.04.2009 | 01:18 μμΤελευταία Ενημέρωση 02:10 μμ 29.04.2009
Η άγονη γραμμή Δωδεκανήσου απασχολεί τη Δικαιοσύνη από το 2006 (Οκτώβριος), όταν μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής έρευνας για την υπόθεση της «φωτογραφικής» ανάθεσης ακτοπλοϊκών δρομολογίων (κατόπιν καταγγελιών του δημάρχου Τήλου κ. Τάσου Αλιφέρη και το προέδρου της «Δωδεκάνησος Ναυτιλιακή» κ. Γιώργου Σπανού), ο φάκελος της υπόθεσης διαβιβάζεται στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου με σκοπό να προωθηθεί στη Βουλή. Παράλληλα ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου ζητά από την εισαγγελία του Αρείου Πάγου την άρση της ασυλίας του τότε υπουργού Αιγαίου κ. Αριστοτέλη Παυλίδη. Σχεδόν χρόνια μετά (Αύγουστος 2008) ο πρόεδρος της Βουλής κ. Δημήτρης Σιούφας θα διαβεβαιώνει ότι μετά από έρευνα που πραγματοποίησε η αρμόδια επιτροπή διαπιστώθηκε ότι ουδέποτε έφτασε στη Βουλή δικογραφία που να αφορά στον κ. Παυλίδη.
Η υπόθεση αποκτά νομική και ταυτόχρονα πολιτική διάσταση τον Απρίλιο του 2007, όταν ο εισαγγελέας Εφετών κ. Ισίδωρος Ντογιάκος αποφασίζει να διενεργήσει προκαταρκτική έρευνα με αφορμή τις εκατέρωθεν καταγγελίες του κ. Παυλίδη και του εκπροσώπου της ακτοπλοϊκής εταιρίας Saos Ferries κ. Φώτη Μανούση περί εκβιασμού και δωροδοκίας. Αφορμή για τη διενέργεια έρευνας αποτέλεσε η επιστολή του ίδιου του υπουργού Αιγαίου προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γιώργο Σανιδά, στην οποία ο κ. Παυλίδης κατήγγειλε ότι δεχόταν απειλές, έμμεσους εκβιασμούς, αλλά και εξοντωτικές πιέσεις – όπως χαρακτηριστικά ανέφερε - από τον επιχειρηματία, μετά την απόρριψη της πρότασης για ένταξη στην άγονη γραμμή ενός πλοίου της εταιρείας του κ. Μανούση, το οποίο φέρεται να μην πληρούσε τις προϋποθέσεις. Από την πλευρά του ο εκπρόσωπος της Saos Ferries υποστήριζε στην κατάθεσή του ότι έδωσε σε στενό συνεργάτη του κ. Παυλίδη επιταγές συνολικού ύψους περίπου 1 εκατ. ευρώ, προκειμένου η εταιρία του να αναλάβει δρομολόγια της άγονης γραμμής.
Στα μέσα του 2008 η δικαστική έρευνα του κ. Ντογιάκου καταλήγει σε στοιχεία που επιβεβαιώνουν τις καταγγελίες του κ. Μανούση, αφού από την άρση του τραπεζικού απορρήτου προκύπτουν κινήσεις σε λογαριασμό του διευθυντή του πολιτικού γραφείου του κ. Αριστοτέλη Παυλίδη κ. Παναγιώτη Ζαχαρίου. Έτσι ο κ. Ζαχαρίου βρίσκεται αντιμέτωπος με την κακουργηματική κατηγορία της εκβίασης, ενώ αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο κ. Ντογιάκος με σχετική του παραγγελία προς τον ανακριτή ζητά τη διερεύνηση ενδεχόμενης εμπλοκής και του πρώην υπουργού, εάν δηλαδή μέρος του ποσού που φέρεται να έδωσε ο κ. Μανούσης κατέληξε στον κ. Παυλίδη. Πάντως, ο κ. Ζαχαρίου διέψευσε την εμπλοκή του σε οποιαδήποτε συναλλαγή, παραδέχθηκε όμως ότι όντως ο κ. Μανούσης τον είχε επισκεφτεί στο γραφείο του κάποιες φορές.
Όπως ήταν φυσικό, η εμπλοκή του στενού συνεργάτη του πρώην υπουργού Αιγαίου προκαλεί συναγερμό στην κυβέρνηση, η οποία σε πρώτη φάση στέλνει μηνύματα ψυχραιμίας και στηρίζει τον πρώην υπουργό. Έκδηλος, ωστόσο, είναι ο φόβος μήπως η δικαστική έρευνα εντοπίσει και εμπλοκή του ιδίου του κ. Παυλίδη, ενώ αυτό που «σώζει» προς στιγμή τον κ. Παυλίδη ήταν το γεγονός ότι αποφάσισε ο ίδιος να φέρει την υπόθεση στη Δικαιοσύνη με την επιστολή του προς τον κ. Σανιδά. Για την ιστορία, μία από τις πρώτες φωνές στο κυβερνητικό στρατόπεδο που ζητούσε εμμέσως πλην σαφώς την παραίτηση του κ. Παυλίδη ήταν αυτή του κ. Καραμάριου, ο οποίος τον Αύγουστο το 2008 δήλωνε: «Εγώ αν είχα διαπράξει ένα αδίκημα, θα είχα παραιτηθεί αμέσως...». Υπενθυμίζεται, βέβαια, ότι η εκλογική περιφέρεια του κ. Καραμάριου είναι ίδια με εκείνη του κ. Παυλίδη (Δωδεκάνησα), με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει…
Από τον Αύγουστο του 2008 η υπόθεση Παυλίδη μπαίνει δυνατά στην πολιτική ατζέντα, καθώς έρχονται σχεδόν καθημερινά στο φως νέα στοιχεία, ενώ στην υπόθεση εμπλέκεται και το όνομα του διευθυντή του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού κ. Γιάννη Αγγέλου. Συγκεκριμένα, πληροφορίες θέλουν τον εφοπλιστή Μανούση να έχει συναντηθεί με τον κ. Αγγέλου και να τον έχει ενημερώσει. Το Μέγαρο Μαξίμου διαψεύδει κατηγορηματικά ότι ο κ. Αγγέλου είχε λάβει γνώση από τον κ. Μανούση και επιμένει ότι ο διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού ενημερώθηκε από τον τότε βουλευτή Θεσσαλονίκης Κ. Ζαχαράκη για την υπόθεση, την ίδια ημέρα (27/04/2007) που ο κ. Παυλίδης προσέφυγε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γ. Σανιδά.
Η υπόθεση μπαίνει στην τελική της ευθεία το Φεβρουάριο του 2009, όταν ο εφοπλιστής, ο οποίος έχει δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής στην υπόθεση κακουργηματικής εκβίασης σε βάρος του από το διευθυντή του πολιτικού γραφείου του πρώην υπουργού, καταθέτει ενώπιον του ανακριτή κ. Ζαβιτσάνου στοιχεία και ειδικότερα παραστατικό από το οποίο προκύπτει ότι στις 8/1/2007 ο κ. Μανούσης καταθέτει το ποσό τον 7.500 ευρώ στο λογαριασμό του κ. Τριομμάτη Τσαμπίκου Θεολόγου (στενού συνεργάτη του κ. Παυλίδη στη Ρόδο), κατόπιν υπόδειξης από τον κ. Ζαχαρίου. Επιπλέον ο κ. Μανούσης έθεσε υπ’ όψιν του ανακριτή επιστολή που είχε στείλει στον πρωθυπουργό στις 18/11/08 στην οποία υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι είχε ενημερώσει για την υπόθεση τον πρόεδρο της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και τον βουλευτή κ. Ζαχαράκη, ο οποίος εν συνεχεία ενημέρωσε τον διευθυντή του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού, κ. Γιάννη Αγγέλου.
Στις 19 Μαρτίου ο 20ος ανακριτής κ. Απόστολος Ζαβιτσάνος, λίγο πριν καλέσει τον κ. Ζαχαρίου και έχοντας στο γραφείο του παραστατικά αλλά και βίντεο, επισκέπτεται τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γιώργο Σανιδά, κίνηση που ερμηνεύεται από δικαστικούς κύκλους ότι ο ανακριτής έχει καταλήξει στην απόφαση να διαβιβάσει το φάκελο στη Βουλή. Από κει και πέρα οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και δημιουργούν νέα δεδομένα. Η Βουλή με ψήφους 215 υπέρ, 67 κατά, 6 παρών και 6 λευκά αποφασίζει τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής. Ο κ. Παυλίδης κουνώντας επιδεικτικά το δάκτυλο διαμηνύει ότι δεν παραιτείται, ο πρωθυπουργός καλεί τους βουλευτές του να ψηφίσουν κατά συνείδηση και η αντιπολίτευση ξεκινά ένα κύκλο σφοδρής κριτικής.













Ακούστε ζωντανά













Follow @skaigr