Δύο ακραία σενάρια, πάνω στα οποία μελετούν οι ειδικοί επιστήμονες, παρουσίασε ο επικεφαλής του Κέντρου Έρευνας Φυσικής της Ατμοσφαίρας και Κλιματολογίας της Ακαδημίας Αθηνών, Χρ. Ζερεφός, στη διεθνή διάσκεψη για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην πολιτιστική κληρονομιά, στο Ζάππειο, διαβλέποντας την υπέρβαση κάθε προσδοκίας και την αδυναμία ανάσχεσης των τρομακτικών συνεπειών της αναστροφής του κλίματος στον πλανήτη, στο τέλος του αιώνα.

Ο ομιλητής παρουσίασε σε διαφάνειες σειρά μνημείων ανά τον κόσμο, τα οποία έχουν υποστεί ήδη σοβαρή βλάβη από την εξελισσόμενη αναστροφή του κλίματος, αναφέρθηκε στον διπλασιασμό του κινδύνου, σε σχέση με το χθες και το σήμερα, για τις επόμενες δύο ή τρεις δεκαετίες, εστίασε στη διαρκώς αυξανόμενη στάθμη της θάλασσας, που θα επηρεάσει δραματικά τα παράκτια μνημεία, και έκρουσε ιδιαίτερα τον κώδωνα του κινδύνου για την εναλλασσόμενη συνέργεια στοιχείων της κλιματικής αλλαγής, όπως είναι οι ξηρασίες και τα πλημμυρικά φαινόμενα. «Αυτά θα καταστήσουν τα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς ακόμα πιο ευάλωτα» τόνισε.

Στο ερευνητικό πεδίο της ιστορικής κλιματολογίας, που μελετά την ευαλωτότητα και ανθεκτικότητα των κοινωνιών στο παρελθόν από τις κλιματολογικές συνθήκες, αναφέρθηκε ο καθηγητής κλιματολογίας, κλιματικής δυναμικής και κλιματικής αλλαγής του πανεπιστημίου του Γκίσσεν, J. Lutenbacher.

Ο ομιλητής ανέφερε ως χαρακτηριστικά παραδείγματα φυσικών καταστροφών, που επηρέασαν κλιματολογικά τις περιβάλλουσες περιοχές, τον μεγάλο σεισμό της Λισαβόνας τον 18ο αι., που ισοπέδωσε 85% των κτιρίων της και κατέστησε ευάλωτες στις καιρικές συνθήκες τις γύρω περιοχές και την έκρηξη του ηφαιστείου Ταμπόρα στην Ινδονησία στις αρχές του 19ου αι., που κράτησε τον ουρανό «μαύρο» για ολόκληρες εβδομάδες.

«Έχει σημασία να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που οδηγεί στην αύξηση των πλημμυρικών φαινομένων, για να μπορέσουμε να τα αντιμετωπίσουμε.

 Αυτό θα το πετύχουμε διερευνώντας τα στοιχεία του παρελθόντος» σημείωσε ο καθηγητής.
Για ανθρωπογενή συστήματα που επηρεάζουν ευθέως το πλανητικό περιβάλλον έκανε λόγο ο καθηγητής του τμήματος μετεωρολογίας και κλιματολογίας του ΑΠΘ, Πρ. Ζανής, σημειώνοντας ότι στο τέλος του 21ου αι. αναμένεται η μείωση των βροχοπτώσεων στη Ν. Ελλάδα κατά 15% και ότι με τη βοήθεια της έρευνας οι επιστήμονες μπορούν να διαβλέψουν ποιες μέρες και ποιες νύχτες θα υπάρξουν ανυδρίες ή υγρασία ή θερμοκρασιακές εκρήξεις.

Ο κ. Ζανής σημείωσε ότι επιβάλλεται η επιστημονική υποστήριξη όλων των φορέων που ερευνούν την κλιματική αλλαγή και παρουσίασε τη διαδικτυακή φόρμουλα «Dear Clima» της ερευνητικής του ομάδας μέσω της οποίας οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να χρησιμοποιούν στοιχεία μιας ευρείας βάσης δεδομένων.

Η κλιματική αλλαγή στη Μεσόγειο θα επηρεάσει δραματικά τον βαθμό διάβρωσης των υποθαλάσσιων μνημείων, σημείωσε από την πλευρά της η καθηγήτρια του τμήματος συντήρησης αρχαιοτήτων και έργων τέχνης και δύτρια Β. Αργυροπούλου, διευκρινίζοντας ότι ο τομέας της έλαβε τα τελευταία χρόνια ποσό 6 εκατομ. ευρώ από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους για τη διενέργεια έρευνας και εκπαιδευτικών σεμιναρίων για την αξιολόγηση τρωτότητας και ευαλωτότητας των μνημείων αυτών.

«Μιλάμε για ναυάγια, για πεσμένα αεροσκάφη, για δομές, για ιζήματα κ.λπ. Μιλάμε για το σημερινό υποθαλάσσιο, που αύριο μπορεί να γίνει στεριανό λόγω ξηρασίας ή και το ανάποδο, λόγω πλημμυρικών φαινομένων» τόνισε.

«Η υποθαλάσσια πολιτιστική κληρονομιά είναι ένα θαλάσσιο νεκροταφείο, που πρέπει να οχυρωθεί με ένα νομικό πλαίσιο αντίστοιχο με εκείνο της χερσαίας. Θα πρέπει να χαρτογραφήσουμε τα μνημεία αυτά και να τα μελετήσουμε λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους» σημείωσε η ομιλήτρια.

Η χημικός δρ J. Leissner εκ μέρους του ερευνητικού οργανισμού «Fraunhofer», αναφέρθηκε στον βαθμό επιρροής της κλιματικής αλλαγής στις συλλογές της πολιτιστικής κληρονομιάς, που φιλοξενούνται στα μουσεία του κόσμου. «Προσπαθήσαμε να χρησιμοποιήσουμε περιφερειακά κλιματικά μοντέλα για να προβλέψουμε πώς θα επηρεαστεί το εσωτερικό κλίμα των κτηρίων.

Για πέντε χρόνια κάναμε συνεργασίες με 27 φορείς από όλη την Ευρώπη, διαπιστώνοντας την ανησυχία, για το θέμα, των διευθυντών των μουσείων» σημείωσε η ομιλήτρια και πρόσθεσε: «Μιλάμε για καταστροφή φορητών μνημείων, αγαλμάτων, ανάγλυφων, πινάκων κ.λπ., αλλά και για μεγάλο κόστος. Πήραμε ως παράδειγμα το εθνικό μουσείο της Κρακοβίας, όπου κάθε χρόνο δαπανώνται περισσότερα από 600.000 ευρώ για την προσαρμογή του συστήματος κλιματισμού! Άρα πρέπει να χτυπήσουμε τις εκπομπές των βλαβερών αερίων για να συρρικνώσουμε και το κόστος».

Όπως τόνισε η δρ Leissner από τις προσομοιώσεις κλιματολογικών συνθηκών με επιρροή σε μνημεία που φιλοξενούνται σε εσωτερικούς χώρους, προέκυψαν 55.650 χάρτες, που βρίσκονται όλοι στη διάθεση των επιστημονικών κοινοτήτων. «Διαπιστώσαμε ότι το πρόβλημα συνδέεται με την αβεβαιότητα στις εκπομπές ρύπων. Πήραμε ένα μέτριο σενάριο (κακώς, διότι οι προβλέψεις εντέλει μας οδηγούν σε ακραίο σενάριο) και βρεθήκαμε μπροστά στην πρόβλεψη ότι ως το 2100 θα έχουμε υγρασίες, που θα επηρεάζουν το εσωτερικό των κτηρίων. Εφαρμόσαμε μοντέλα υδροθερμικής προσομοίωσης, ελέγξαμε τη διάβρωση σε ξύλινα αγάλματα και σε πίνακες, ελέγξαμε επίσης τις χημικές βλάβες. Διαπιστώσαμε ότι σε κάθε περίπτωση διαγράφονται κίνδυνοι διάβρωσης των πολύτιμων αντικειμένων από υγρασία, μούχλα ή από έντομα που αγαπούν τη ζέστη. Στο τέλος, φτιάξαμε ένα μοντέλο κτηρίου και το μεταφέραμε σε διαφορετικές κλιματικές ζώνες σε όλη την Ευρώπη. Οι παράμετροι είναι διαθέσιμες προς χρήση και μελέτη» κατέληξε.

Σημαντικότατη παράμετρο της κλιματικής αλλαγής, χαρακτήρισε την επιρροή στα αρχαία μνημεία, η γγ του υπουργείου Πολιτισμού, δρ Μ. Βλαζάκη-Ανδρεαδάκη. Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τα μνημεία του ιερού βράχου της Αθήνας, η ομιλήτρια έκανε μία αναδρομή στο παρελθόν με τις ευθείες και έμμεσες ανθρωπογενείς παρεμβάσεις που τα έπληξαν.

«Παρθενώνας, Ερέχθειο, Προπύλαια. Μνημεία υψηλής αρχιτεκτονικής σύλληψης. Η τελειότητά τους εξασφάλισε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη φυσική τους αντοχή. Ως εκτεθειμένα μνημεία έχουν υποστεί διαχρονικά διάφορες παρεμβάσεις και χρήσεις. Ναός, τζαμί, πυριτιδαποθήκη, Μοροζίνι. Η ακεραιότητά τους θα τρωθεί περισσότερο με τη βίαιη αφαίρεση των γλυπτών από τον Έλγιν» σημείωσε η ομιλήτρια και πρόσθεσε: «Αλλά, εκτός από τις ανθρώπινες επεμβάσεις, τα μνημεία αυτά παρέμειναν εκτεθειμένα στον αττικό ουρανό και την ατμόσφαιρα. Η εκβιομηχάνιση και η αύξηση των αυτοκινήτων ήρθε να τα επιβαρύνει. Σημειώστε ότι στην Αθήνα ζουν 41% των κατοίκων της χώρας, κινούνται 45% των μαζικών μέσων μεταφοράς και διενεργούνται 50% των βιομηχανικών δράσεων».

Η κ. Βλαζάκη-Ανδρεαδάκη σημείωσε ότι ερευνητές του ΕΜΠ διαπίστωσαν στα μνημεία του βράχου δύο βασικές διαβρώσεις: Ζαχαροειδή φθορά στην εξωτερική στιβάδα του μαρμάρου από ένα είδος όξινης βροχής, που έχει επηρεάσει δραματικά μεγάλο αριθμών μνημείων στην κεντρική Ευρώπη και γυψοποίηση του μαρμάρου από την υγρασία, στα σημεία που δεν έρχονται σε επαφή με τη βροχή. Στις ίδιες, δε, περιοχές επικάθονται αιθάλη, οξείδια του σιδήρου και άλλα βλαπτικά μικροσωματίδια, στα οποία οφείλεται η σκοτεινή ρύπανση των μνημείων. Επιπλέον παρατηρείται φθορά από βιολογικούς παράγοντες, λειχήνες, μύκητες, περιττώματα πουλιών κ.α.

Όπως σημείωσε η ομιλήτρια, τα έργα καθαρισμού, αποκατάστασης και συντήρησης των μνημείων του ιερού βράχου είναι διαρκή, ενώ από το 1975 έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση και στον αντισεισμικό έλεγχο.

Κλείνοντας την ομιλία της η γγ του υπ. Πολιτισμού επανέλαβε το πάγιο αίτημα της Ελλάδος για επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα.