Το επόμενο πρωί της ανακοίνωσης του iPad, οι φιλενάδες μου με περίμεναν στο μικρό τους γραφείο ήδη αποφασισμένες. Μάλιστα, με περίμεναν ως την πασιονάρια της υπεράσπισης των αξιών της Apple, για να συζητήσουμε τις αγορές που ήδη σχεδίαζαν. «Θα το πάρω του Μάριου για τη γιορτή του», «θα το πάρω του Μάνου για την επέτειό μας»… και να που δεν ήμουν πια γραφική και επίμονη, αλλά ο οδηγός τους στο μαγικό κόσμο της Apple και του iPad, από το οποίο τις χώριζε μόνον ο χρόνος. Ένα άλλο απαγορευτικό σημείο, το χρήμα, είχε ξαφνικά εξαφανιστεί. «Θα κάνει κάτω από 500 δολάρια».
Τους θυμίζω ότι, ο Steve (ένας είναι ο Steve) το είχε πει: δε θα έμπαινε στην αγορά των μικρών φορητών αν η εταιρία δεν ήταν σε θέση «να παράγει ποιότητα Apple σε τιμή κάτω από τα 500 δολάρια». Τώρα, λοιπόν, μπορεί. Ίσως να μπόρεσε και λίγο πιο γρήγορα ή να προσπάθησε να μπορέσει πιο γρήγορα. Η ύφεση δεν άφησε την Apple ασυγκίνητη - δεν άφησε καμμία εταιρία ασυγκίνητη. Σε άλλους καιρούς το ίδιο προϊόν θα έβγαινε με τα διπλά, τριπλά λεφτά στην αγορά. Δεν έχει σημασία αυτό πια. Σημασία έχει ότι, στον καιρό της ύφεσης, σε μια περίοδο που όλοι σκέφτονται το κάθε δολάριο, ευρώ ή γεν, η Apple ξαναέβαλε στην τροχιά της κατανάλωσης τον ανεπτυγμένο κόσμο, ξαναέβαλε το «θέλω» στα γραφεία και τα σπίτια μας - και το «μας» αφορά άπαντες, όχι μόνον όσους έχουμε χτυπηθεί - ελαφρά ή βαρύτερα- από την πετριά της νερντοσύνης. Ακόμη και τα κορίτσια που δεν τολμούν ακόμη να παραδεχθούν ότι τα συγκινεί η νέα τεχνολογία (τι κακό κι αυτό το στερεότυπο της θηλυκότητας!), τη βάζουν σπίτι από το παράθυρο για χάρη του iPad.
Το καινούριο κοσκινάκι της Apple φαίνεται να κερδίζει μια σειρά στοιχήματα. Το πρώτο είναι το κλασσικό στοίχημα που η Apple βάζει με τον εαυτό της. Το στοίχημα που λέει πως «Πάντα υπάρχει καλύτερος τρόπος». Πάντα υπάρχει καλύτερο λογισμικό, ευκολότερη μέθοδος, πάντα υπάρχει τρόπος η μηχανή της δουλειάς να γίνει χάιτεκ παιγνίδι πολύ καλύτερης ποιότητας από τα δήθεν επαγγελματικά και σοβαρά μοντέλα, που, θέλουν δε θέλουν, στο τέλος θα ακολουθήσουν το δρόμο της Apple.
Το νεώτερο «παιγνίδι» της Apple είναι ο «πόλεμος ενάντια στα πλήκτρα», όπως ευφυώς χαρακτηρίστηκε. Προηγήθηκε ο «πόλεμος ενάντια στο κουτί», με τα iMac. Κατόπιν, από το iPhone ως το iPad, η ιδέα στην οποία επιμένει η Αpple είναι ότι δεν χρειαζόμαστε πλήκτρα. Το εύρος και η αναγνώριση, οι αντιγραφές και η οικονομικότερη τιμή που ακολούθησαν το iPhone μας ετοίμασαν όλους για αυτή την ιδέα. Όπως πολλοί θύμισαν όμως, ας θυμίσουμε κι εδώ ότι, το iPhone δεν ήταν αυτοσκοπός - ήταν απλά η πρώτη εφαρμογή μιας επαναστατικής ιδέας. Μιας ιδέας που σήμερα βρίσκει την ολοκλήρωσή της στο iPad. Για ακόμη μια φορά, η Apple μας μαθαίνει να ζούμε καλύτερα και ευκολότερα.
Όλοι όσοι είχαν την ευτυχία να κρατήσουν στα χέρια τους το νέο παιδί της Μηλο-τεχνολογίας, σημειώνουν πως είναι «ακριβώς στις διαστάσεις που πρέπει», πως έχει ποιοτική κατασκευή «με γυαλί και αλουμίνιο και όχι τα φτηνοπλαστικά των netbooks», πως όταν αγγίζεις την οθόνη καταλαβαίνεις πως το iPhone ήταν το πρώτο στάδιο, πως τώρα έχεις στα χέρια σου the real thing. Περιγράφουν υπέροχα χρώματα, καταπληκτική αίσθηση του «πληκτρολογίου», μεγάλη ευκολία στη χρήση και την άμεση ανταπόκριση της επιφάνειας στο ανθρώπινο άγγιγμα.
Οι γκρινιάρηδες, φυσικά, δεν έχασαν την ευκαιρία. Ποτέ δεν έχαναν την ευκαιρία, μόνο το νόημα έχαναν. Το Mac με το γραφικό του περιβάλλον ήταν «παιχνίδι» ―ώσπου επτά χρόνια μετά το γύρισαν όλοι στα Windows. Το iPod ήταν «ακόμα μια» συσκευή mp3 ―μέχρι που όλοι απέκτησαν έναν και όλες οι άλλες συσκευές το μιμήθηκαν. Το iPhone, πάλι, δεν είχε, επί τη εμφανίσει, ένα σωρό χαρακτηριστικά που είχαν άλλα κινητά (βίντεο, 3G, ραδιόφωνο, Bluetooth ανταλλαγή αρχείων, κλπ κλπ) ―ώσπου έγινε το πλέον επιτυχημένο σε πωλήσεις smartphone και όλες οι εταιρίες έβγαλαν τα δικά τους μοντέλα smarthphone αφής. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι περισσότεροι «γκρινιάρηδες» είναι ότι μια συσκευή δεν είναι μια απλή συλλογή από δυνατότητες και μπλιμπλιμπλόνια (όπου νικάει όποιος έχει τα περισσότερα). Αυτό που κυρίως μετράει είναι η ευχρηστία και η άρτια δόμηση των βασικών λειτουργιών.
Και εδώ είναι που η Apple κλέβει πάντα την παράσταση. Γιατί συσκευές mp3 υπήρχαν πολλές, αλλά καμμία δεν είχε την ευχρηστία του iPod, με την μεγάλη οθόνη, τον τροχό κύλισης και την άψογη συνεργασία με το iTunes. Αντίστοιχα, «έξυπνα» κινητά κυκλοφορούσαν πολλά, αλλά το iPhone, χάρη στην ιδέα του εύπλαστου περιβάλλοντος χρήσης, έκανε τα smartphones εύχρηστα στο ευρύ κοινό και αποδοτικότερα στους ψαγμένους ―από την πλοήγηση στο διαδίκτυο μέσω mobile safari, έως το απλούστατο κατέβασμα και εγκατάσταση εφαρμογών.
Η υπόσχεση του iPad είναι η παλιά καλή υπόσχεση της Apple, από την εποχή ακόμα που παρουσίασε το πρώτο Macintosh: «Ένας υπολογιστής για εμάς τους κοινούς θνητούς». Η ιστορία της πληροφορικής άλλωστε είναι μια «μεγάλη πορεία» προς την απλοποίηση. Το iPad σκοπεύει να μεταφέρει τον υπολογιστή από το γραφείο στον δρόμο, τον καναπέ, την βεράντα, το κρεββάτι (και την τουαλέτα, ναι).
Δεν προσπαθεί άσκεφτα να χωρέσει ένα πλήρες λειτουργικό σύστημα σε μια μικρή οθόνη όπως τα netbooks: παρέχει προγράμματα ειδικά φτιαγμένα για να αξιοποιούν τον περιορισμένο χώρο. Και, στην πορεία, πετάει μακρυά την εξάρτηση από anti-virus, anti-spyware, ατελείωτες ρυθμίσεις κλπ. Όλα αυτά στην ίδια περίπου τιμή με την οποία μέχρι πρόσφατα αγόραζε κανείς το εξαιρετικά επιτυχημένων πωλήσεων Kindle της Amazon, μια συσκευή περιορισμένη στην ανάγνωση ηλεκτρονικών βιβλίων και μάλιστα ασπρόμαυρη. Αν το ίδιο το iPad γίνει επιτυχία, ο χρόνος θα δείξει. Σίγουρα πάντως σε πέντε χρόνια οι περισσότεροι θα χρησιμοποιούμε ή αυτό ή μια κόπια του.